“Cunningham”: μια 3D κινηματογραφική εμπειρία με εμβληματικές χορογραφίες…

H ταινία Cunningham ακολουθεί την καλλιτεχνική πορεία του Merce Cunningham επί
τρεις δεκαετίες (1944
1972) δοκιμασιών και ανακαλύψεων, από τα πρώτα χρόνια του
αγώνα του ως
χορευτή στη μεταπολεμική Νέα Υόρκη έως την καταξίωσή του ως έναν από
τους πιο
εμπνευσμένους χορογράφους στον κόσμο.
Η τεχνολογία 3D συνδυάζεται αρμονικά με τη φιλοσοφία και την ιστ
oρία του,
δημιουργώντας ένα εσωτερικό ταξίδι στο καινοτόμο έργο του. Μια συναρπαστική έκρηξη

χορού και μουσικής,
με υλικό που προβάλλεται για πρώτη φορά, η ταινία Cunningham
είναι ένα επίκαιρο αφιέρωμα σε έναν από τους μεγαλύτερους σύγχρονους καλλιτέχνες

χο
ρού στον κόσμο.

Σημείωμα της σκηνοθέτιδας (Alla Kovgan)
Επειδή πραγματικά είμαι φορμαλίστρια, γοητεύτηκα από την ιδιοφυΐα του Merce
Cunningham, το πολυδιάστατο μυαλό του, τις προσεγγίσεις που επινόησε με το χορό του
και τη φιλοσοφία που ακολούθησε στη ζωή του και που επαναπροσδιορίζει το τι σημαίνει
να είσαι άνθρωπος.

Με συγκινεί ιδιαίτερα η ιστορία του, ένας απίστευτος θρίαμβος του ανθρώπινου
πνεύματος. Κατά τα πρώτα 30 χρόνια της καριέρας του (μεταξύ 19421972), επέμεινε, με
μεγάλη αποφασιστικότητα και αντοχή, να χορεύει παρά όλες τις δυσκολίες. Ήταν πάντα
έτοιμος να υπερβεί τον εαυτό του, να ζήσει άγνωστες καταστάσεις και να βρει νέες λύσεις.
Όλα αυτά έγιναν σε ένα μοναδικό καλλιτεχνικό κλίμα, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του
1950 και του 1960 στη Νέα Υόρκη, όταν ο Cunningham και οι συνεργάτες του ήταν
«ενωμένοι από τη φτώχεια και τις ιδέες τους», όταν η τέχνη και η ζωή ουσιαστικά ήταν
αδιαχώριστες.

Ο χορός του Merce έχει μια αίσθηση διαχρονικότητας κινείται μεταξύ λογικού και
παραλόγου, διανόησης και συναισθήματος, στιγμιαίου και αιώνιου και πραγματικά μας
προσφέρει μια «ανανέωση». Ωστόσο, ποτέ δεν φανταζόμουν να δουλεύω
κινηματογραφικά

τη χορογραφία του, λόγω της πολυπλοκότητας των χορογραφικών δομών του και των
άπειρων εξερευνήσεών του στο χρόνο και στο χώρο.

Το 3D προσφέρει ενδιαφέρουσες ευκαιρίες καθώς αρθρώνει τη σχέση μεταξύ των
χορευτών στο χώρο, ξυπνώντας μια κιναισθητική απόκριση μεταξύ των θεατών. Ο
Merce ενδιαφερόταν για κάθε τεχνολογική πρόοδο της εποχής του (από φιλμ 16mm
έως λήψεις κινουμένων εικόνων) και εργάστηκε σε αντισυμβατικά σκηνικά και
τοποθεσίες, δημιουργώντας πάνω από 700 Cunningham
Events, παραστάσεις που
αποτελούνται από διάφορα
αποσπάσματα χορογραφιών προσαρμοσμένα για μια
συγκεκριμένη τοποθεσία, με το κοινό να ακολουθεί τους χορευτές. Αυτό με έκανε να

σκεφτώ ότι θα μπορούσαμε να
αντλήσουμε υλικό από διαφορετικούς χορούς του
Merce στην πάροδο του χρόνου και να τους φανταστούμε
εκ νέου, ως ένα event
τοποθετημένο σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία, αποκαλύπτοντας μια μοναδική ιδέα.

Η τελική έμπνευση ήρθε όταν είδα μια εμβληματική φωτογραφία του 1958 του
Robert Rutledge, που απεικονίζει χορευτές του Merce να ποζάρουν σε πουαντιγιστικό
έργο του Robert Rauschenberg με τίτλο
Summerspace. Ο Merce σκηνοθέτησε ο ίδιος
αυτή τη φωτογραφία τοποθετώντας τον καμβά του Rauschenberg τόσο στον τοίχο

όσο και στο δάπεδο, έτσι ώστε να περιβάλλει τους χορευτές. Μου έγινε σαφές ότι ακόμη

και στη
δεκαετία του 1950, πριν ο Merce αναπτύξει την ιδέα ενός «event», λαχταρούσε
να δημιουργήσει συναρπαστικά περιβάλλοντα για τους χορούς του. Σήμερα, το 3D δίνει

την ευκαιρία στο όνειρό του να γίνει πραγματικότητα.

Στη σύλληψή της η ταινία CUNNINGHAM είναι ένα έργο τέχνης διάρκειας 93
λεπτών, το οποίο αφηγείται την ιστορία του Merce μέσα από τις χορογραφίες του. Η
ταινία είναι ένα υβρίδιο που έχει τις ρίζες του τόσο σε φανταστικούς κόσμους όσο και
σε συγκινητικές εμπειρίες ζωής. Φιλοδοξεί να βρει μια λεπτή ισορροπία μεταξύ
γεγονότων και αλληγοριών, έκθεσης και ποίησης.

Επιλέξαμε αποσπάσματα από 14 χορογραφίες, που αντιπροσωπεύουν τα δύο τρίτα
της ταινίας. Κάθε χορός μεταδίδει μια αυθεντική ιδέα του Cunningham και περιλαμβάνει
εμβληματικές χορογραφίες προσαρμοσμένες για 3D σε εσωτερικούς και εξωτερικούς
χώρους. Η προσέγγιση
singlecamera χρησιμοποιείται για να επισημαίνει στον θεατή τις

διαστάσεις της σχέσης μεταξύ των ερμηνευτών και του σκηνικού, που ενεργοποιούνται
μοναδικά από την τεχνολογία 3D. Ελπίζω ότι το κοινό θα έχει μια εμπειρία που θα το
παροτρύνει «να μπει στο χορό» και να βυθιστεί σε αυτόν.

Όλο το αρχειακό υλικό παραμένει 2D, αλλά το επεξεργαζόμαστε όπως θα έκανε ένας
γλύπτης, συγκεντρώνοντάς τα μέρη του σε 3D κινηματογραφικό χώρο. Η φιλοδοξία μας
ήταν να αναπτυχθεί μια μοναδική γλώσσα, που να ενσωματώνει όλα τα στοιχεία της
ταινίας με λεπτό, διακριτικό και ποιητικό τρόπο, στο πνεύμα του Merce. Η διήγηση όλων
των ιστοριών στην ταινία γίνεται μέσω αρχειακών ηχογραφήσεων των Merce
Cunningham,
John Cage, Robert Rauschenberg και των χορευτών. Δεν υπάρχουν ομιλητές ή σύγχρονες

συνεντεύξεις. Οι φωνές, με το πρωτότυπο ηχητικό φόντο τους, δημιουργούν ένα ακόμη

μονοπάτι στο μυαλό του οραματιστή χορογράφου.



Σχετικά με την παραγωγή

Ο πρωτοπόρος χορευτής
Merce Cunningham δημιούργησε μερικά από τα πιο
εμβληματικά
έργα της γενιάς του, ενσωματώνοντας τα πρωτοποριακά καλλιτεχνικά
πρότυπα των εικαστικών τεχνών και της μουσικής των
μέσων του αιώνα και
επαναπροσδιορίζοντας τη μορφή της τέχνης του. Στη διάρκεια μιας ζωής με επιρροές από

διαφορετικούς μουσικούς όπως οι
John Cage, Erik Satie και Radiohead, εικαστικούς
καλλιτέχνες όπως οι
Robert Rauschenberg, Andy Warhol και Jasper Johns, τον αρχιτέκτονα
Benedetta
Tagliabue, τους Comme des Garcons, τον σχεδιαστή μόδας Rei Kawakubo, και
πάνω από εκατό
παγκοσμίως κορυφαίους χορευτές, ο Cunningham δημιούργησε μια νέα
τεχνική χορού και εξύμνησε την κίνηση ως δήλωση του να είσαι
άνθρωπος και να είσαι
ζωντανός. Μετά το θάνατό του το 2009 σε ηλικία 90 ετών, πολλοί ένιωθαν αβέβαιοι για το

μέλλον της κληρονομιάς του και τ
ων τολμηρών καινοτομιών του.
Το ντοκιμαντέρ
CUNNINGHAM, από τη γεννημένη στη Μόσχα σκηνοθέτιδα Alla
Kovgan, εγγυάται ότι το έργο του θα ζήσει, σε μια εκπληκτική
, καθηλωτική εμπειρία, που
διαφυλάττει μερικά από τα μεγαλύτερα έργα του.
Δεν είναι ούτε μια απλά βιογραφική, ούτε
μια παραδοσιακά μουσική ταινία
. Το CUNNINGHAM σχεδιάστηκε ως ένα έργο τέχνης 93
λεπτών π
ου θα αφηγηθεί την ιστορία του δασκάλου μέσα από το έργο του, συνδυάζοντας

τις συναρπαστικές εμπειρίες της ζωής του, με σημαίνοντα καλλιτεχνικά επιτεύγματά
του. Ένα αφιέρωμα στη δημιουργική ιδιοφυΐα του οραματιστή καλλιτέχνη, σε ένα ταξίδι
μέσα από τα πρώτα 30 χρόνια της καριέρας του στη Νέα Υόρκη, η ταινία που
κυκλοφόρησε 100 χρόνια μετά τη γέννησή του καταγράφει την εξέλιξη της σκέψης του
και διακατέχεται από το πνεύμα του. Η απεριόριστη πρόσβαση σε υλικό αρχείου
επιτρέπει στην σκηνοθέτιδα Kovgan να πει την ιστορία με τα λόγια του Cunningham,
του Cage, του Rauschenberg και των χορευτών της αρχικής του Ομάδας. Προσωπικές
φωτογραφίες και επιστολές, πλάνα 16 και 35 χιλιοστών και προσωπικές λήψεις από
παραστάσεις, πρόβες, εκδρομές και συγκεντρώσεις, δίνουν στο κοινό μια γεύση από όσα
είχε στο μυαλό του ο οραματιστής χορογράφος, ενώ αποσπάσματα από εμβληματικά
έργα του εκτελούνται από την τελευταία γενιά των χορευτών του και
επανασχεδιάζονται για τρισδιάστατο κινηματογράφο.

Το ενδιαφέρον της
Kovgan για το χορό ξεκίνησε όταν μετακόμισε από τη Μόσχα στις
Ηνωμένες Πολιτείες το 1996 για να
σπουδάσει. Ένιωθε ότι δεν μπορούσε να γράψει
αρκετά καλά σενάρια
βασισμένα σε διαλόγους και στράφηκε προς τη συνεργασία με
καλλιτέχνες και χορευτές. Στη συνέχεια
επικεντρώθηκε στην αναζήτηση συνεργασιών σε
ταινίες
χορού και ξεκίνησε το KINODANCE στην Αγία Πετρούπολη ένα φεστιβάλ
αφιερωμένο στη χορογραφία και τις κινηματογραφικές συνεργασίες. Εκεί, άρχισε να

βλέπει μια συγγένεια μεταξύ του βωβού κινηματογράφου και του σύγχρονου χορού.

Συμπτωματικά, και τα δυο
ξεκίνησαν στα τέλη του 19ου αιώνα. «Οι πρώτοι
κινηματογρ
αφιστές όπως ο Έντισον εφηύραν το σινεμά για να αιχμαλωτίσουν την
δράση
και την κίνηση στην πιο αγνή μορφή τους. Και οι πρώτοι αστέρες του
κινηματογράφου προήλθαν από κωμωδίες, vaudeville, τσίρκο ή σύγχρονο χορό»,

σημειώνει.
«Όταν άρχισα να κάνω ταινίες σχετικά με το χορό, με ενδιέφερε κυρίως η
αλληλεπίδραση μεταξύ του τι ο κινηματογράφος θα μπορούσε να προσφέρει στο χορό

και τι ο χορός στον κινηματογράφο.
»
T
ο έντονο ενδιαφέρον του Merce Cunningham για το σινεμά και τις τεχνολογικές
εξελίξεις της εποχής του
προκάλεσε το θαυμασμό της Kovgan: «Ο Merce κατάφερε ώστε
το έργο
του να καταγραφεί από την αρχή και ήταν ανοικτός σε κινηματογραφικούς
πειραματισμούς. Στη δεκαετία του 1960, ο Stan VanDerBeek, η σημαντικότερη μορφή

του avant
garde κινηματογραφικού κόσμου της Νέας Υόρκης, πέρασε αρκετό χρόνο στο
στούντιο του Merce, ενώ ο Richard Leacock και ο D.
A. Pennebaker, εκπρόσωποι του
σινεμά βεριτέ (Cinéma vérité),
έκαναν την ταινία “RainForest” στην οποία παρουσιαζόταν
η συνεργασία του Merce με τον An
dy Warhol και τον David Tudor» εξηγεί η σκηνοθέτις.
«
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Merce άρχισε κι ο ίδιος να ασχολείται με τον
κινηματογράφο και το βίντεο
, κυρίως μαζί με τον κινηματογραφιστή Charles Atlas. Είχα
δει δουλ
ειά τους στην Αγία Πετρούπολη, αλλά σκεφτόμουν ότι ήταν αδύνατον να
μεταφερθούν σε
ταινία οι χοροί του Merce. Πώς να συλλάβεις μια ντουζίνα χορευτές
που
πηγαίνουν σε διαφορετικές κατευθύνσεις; Ποτέ δεν είχα φανταστεί ότι θα δούλευα
εγώ
στην οθόνη με τη χορογραφία του Cunningham.»
Αλλά όταν η Dance Films Association έλαβε επιχορήγηση από το Ίδρυμα Rockefeller
για να κάνει τρισδιάστατη ταινία για έναν χορογράφο της Νέας Υόρκης, αμέσως στο
μυαλό της Kovgan ήρθε ο Cunningham και πρότεινε να γίνει μια τρισδιάστατη ταινία για
εκείνον. «Ήθελα να κάνω μια ταινία που θα ήταν διαφορετική από οτιδήποτε έχω δει
ως τώρα», λέει. «Ήταν λίγο μετά το θάνατό του. Η χορευτική ομάδα ήταν υπό διάλυση.
Πήγα σε μία από τις τελευταίες παραστάσεις τους και είδα 14 χορευτές του Cunningham
στη σκηνή. Θυμάμαι να κάθομαι εκεί και να σκέφτομαι: Πρέπει να γίνει μια τρισδιάστατη
ταινία με τη χορογραφία του Merce. Ήμουν σίγουρη, πως αν ήταν ζωντανός σίγουρα
θα είχε βρει έναν τρόπο να δουλέψει με το 3D.”

Η Kovgan κατάφερε να παρουσιάσει την ιδέα στον Robert Swinston, έναν από τους
διαχειριστές
του Merce Cunningham Trust. «Ο Robert είπε Ναι», θυμάται η σκηνοθέτις
«
μάλιστα είπε: «Ο Merce πάντα έλεγε Nαι! Ας το κάνουμε λοιπόν!»
Ο Swinston συνεργάστηκε με τον Cunningham για 32 χρόνια ως χορευτής, βοηθός και
τέλος ως διευθυντής χορογραφίας. «Η επιρροή του Merce πάνω μου ήταν πολύ μεγάλη»,
λέει ο Swinston «Όταν η Alla πρότεινε τη δημιουργία ενός τρισδιάστατου
κινηματογραφικού πορτρέτου του Merce μέσα από τη χορογραφία του, ήθελα αμέσως να
συμμετάσχω. Λίγο πριν το θάνατό του, μου είπε, «Βρες έναν τρόπο να συνεχίσεις» με
αυτήν την ταινία έχουμε μια πολύτιμη ευκαιρία να παρουσιάσουμε μερικά από τα
μεγαλύτερα έργα του σε ένα ευρύτερο κοινό.»


Με αυτήν τη δέσμευση, το Merce Cunningham Trust παραχώρησε στην Kovgan την
άδεια για όλους τους χορούς του
Cunningham που θα εμφανίζονταν στην ταινία και εκείνη
ξεκίνησε αμέσως.
Πίστευε ότι ήταν πολύ βασικό, να χρησιμοποιήσει χορευτές που
εκπαιδεύτηκαν από τον ίδιο τον
Cunningham. «Αυτοί οι χορευτές κουβαλούν ένα
ουσιαστικό
στοιχείο του Merce στο σώμα τους. Είναι η ζωντανή κληρονομιά του και αν δεν
φτιάχναμε κάτι μαζί τους τότε, η
κληρονομιά αυτή θα χανόταν.»
Τα επόμενα τρία χρόνια ακ
oλούθησε μια θυελλώδης έρευνα, συγγραφή σεναρίου και
αναζήτηση
οικονομικών κεφαλαίων. «Κάποιοι μας περνούσαν για τρελούς», λέει,
«
τρισδιάστατη ταινία για έναν avantgarde χορογράφο;» Αλλά είχαμε μια υπέροχη
αφοσιωμένη
ομάδα δημιουργικού και παραγωγής στις ΗΠΑ, που πίστευε σ’ αυτό το έργο
και μ
αζί προχωρήσαμε. Μετά πήραμε υποστήριξη από τη Γαλλία, στη συνέχεια η Γερμανία
συμμετείχε
πραγματικά δυνατά με ένα μεγάλο παραγωγό, τον Helge Albers, και σύντομα
είχαμε αρκε
τή χρηματοδότηση για την ταινία».

Η Τριάδα Merce Cunningham John Cage Robert Rauschenberg
Τη δεκαετία του 1940, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Νέα Υόρκη ειδικότερα, ήταν το
παγκόσμιο κέντρο της καλλιτεχνικής καινοτομίας. Εξπρεσιονιστές ζωγράφοι όπως ο

Willem de Kooning και ο Jackson Pollock, ριζοσπαστικοί συνθέτες, συμπεριλαμβανομένου του
Arnold Schoenberg και της πρωτοποριακής χορευτικής ομάδας της Martha Graham,
κυριάρχησαν στην πολιτιστική σκηνή. Ο
Cunningham έφτασε στη Νέα Υόρκη το 1939,
προσκαλεσμένος της
ομάδας της Graham.
Το 1944, ο Μ
erce παρουσίασε την πρώτη του σόλο παράσταση μαζί με τον συνθέτη
John Cage
, ο οποίος έγινε τακτικός συνεργάτης του και δια βίου σύντροφός του. Μαζί
διερεύνησαν πρωτοποριακές καλλιτεχνικές φιλοσοφίες, ενσωματώνοντας τους

πειραματισμούς με
το «τυχαίο» στο έργο τους, ως έναν τρόπο απελευθέρωσης από
προκαταλ
ήψεις. Η Kovgan μεταφέρει τους θεατές στα ενδότερα αυτής της καλλιτεχνικής
κοινότητας των μέσων του αιώνα, μέσω των
καλλιτεχνικών συμμαχιών που συνάπτει ο
Cunningham με μερικά από τα μεγαλύτερα δημιουργικά μυαλά εκείνης της εποχής.

«Η προσωπική και επαγγελματική ζωή του Cunningham και του Cage ήταν άρρηκτα
συνδεδεμένη, αλλά όσον αφορά το κοινό, ήταν απλά συνεργάτες», λέει η Kovgan. Αν και
στην ταινία παρουσιάζονται αποσπάσματα από την προσωπική αλληλογραφία τους, η
σκηνοθέτις αρνείται να διερευνήσει τη σχέση αυτή σε βάθος: «Ποτέ δεν συζήτησαν αυτό
το κομμάτι της ζωής τους. Ο
Merce και ο John ήταν κάποτε στη σκηνή σε μια κοινή
συνέντευξη. Υπήρξε μια ερώτηση από το κοινό σχετικά με την προσωπική το
υς σχέση
και ο John Cage είπε
: «Εγώ κάνω το μαγείρεμα και ο Merce πλένει τα πιάτα.» Οι
περισσότεροι άνθρωποι δεν
γνώριζαν για αυτή τη σχέση, μέχρι που πήγαν σε
παγκόσμια περιοδεία το 1964. Ακόμη και στη δεκαετία του 1990, κάθε φορά που

δέχ
ονταν σχετικές ερωτήσεις, προτιμούσαν να μην απαντούν. Ένιωσα ότι έπρεπε να
διατηρήσω την ακεραιότητά τους.
»
Ο Μ
erce και o John απέκτησαν έναν τρίτο συνεργάτη το 1952, όταν συνάντησαν τον
τότε ανερχόμενο καλλιτέχνη
Robert Rauschenberg στο πειραματικό, καλλιτεχνικό
Κολλέγιο
Black Mountain στη Βόρεια Καρολίνα. Όπως ο Cunningham και ο Cage, o
Rauschenberg απέφυγε τις ετικέτες κατά τη διάρκεια της μακράς σταδιοδρομίας του,

αλλά αναγνωρίζεται ευρέως ως πρόδρομος σε πολλά κινήματα τέχνης Αφηρημένου

Εξπρεσιονισμού.
Οι τρεις άνδρες ανέπτυξαν μια βαθιά σύνδεση. Ο Merce αναφέρεται
στα λόγια του Robert Rauschenberg, που περιγράφουν τη σχέση τους: «Ο Bob

Rauschenberg είχε πει:
«Έχουμε μόνο δύο κοινά: τις ιδέες μας και τη φτώχεια μας.»
Χωρίς σταθερή πηγή εισοδήματος,
μάζευαν πεταμένα παλιόξυλα από το δρόμο και τα
έκαιγαν για να ζεσταθούν το χειμώνα. Ο Cunningham έκανε πρόβα στο χώρο διαμονής

του και συχνά μόνος. Όπως λέει σε συνέντευξή του:
«Ήταν δύσκολο... σαν να πίεζα τον
εαυτό μου
έτσι όπως κανείς άλλος δεν θα το έκανε.»
Μια από τις πιο ασυνήθιστες πτυχές της συνεργασίας των τριών ανδρών, κατά την
σκηνοθέτιδα, είναι αυτό που αποκαλεί “συνεργασία χωρίς συνεργασία”. «Στην αρχή, ο
Rauschenberg, ο
Cage και ο Cunningham αντάλλασσαν μερικές ιδέες για το κομμάτι και
έπειτα ε
ργάζονταν ανεξάρτητα,» εξηγεί. «Και μόνο στην πρεμιέρα, ήταν που ένωναν
χορό, μουσική και σκηνικά μαζί για να δουν το αποτέλεσμα. Ήταν σύνηθες για τους

χορευτές για πρώτη φορά να
ακούν τη μουσική ή να έβλεπαν τα σκηνικά τη στιγμή που
σηκωνόταν
η αυλαία.»
«Πριν χρόνια απλώς αποφάσισα ότι θα δημιουργούσα έναν χορό χωρίς μουσική».
Merce Cunningham.



Η κληρονομιά

Τη δεκαετία του 1940, ο Merce Cunningham με τον John Cage, ξεκίνησαν ένα ταξίδι
που θα άλλαζε τη σχέση μεταξύ σύγχρονου χορού, μουσικής και τέχνης. Ο Cunningham

πρότεινε μια επαναστατική ιδέα, ότι ο χορός θα μπορούσε να υπάρχει ανεξάρτητος από τη
μουσική, μια ιδέα που θα κυριαρχούσε στην απαράμιλλη καριέρα του για περισσότερο από
μισό αιώνα. Έχει διαδώσει την ιδέα του χορού ως οπτική εμπειρία και εκπαίδευσε μερικούς
από τους μεγαλύτερους χορευτές της εποχής του, όπως οι Paul Taylor, Remy Charlip, Viola
Farber, Douglas Dunn, Charles Moulton, Karole Armitage, Deborah Hay, Neal Greenberg, Ellen
Cornfield, Steve Paxton, Valda Setterfield, Ashley Chen, Jonah Bokaer, Rashaun Mitchell &
Silas Riener και Foofwa d’Imobilité, πολλοί από τους οποίους συνέχισαν τη δική τους
καριέρα και καθιερώθηκαν ως φημισμένοι χορογράφοι.

Με την ταινία
CUNNINGHAM, η Alla Kovgan αναζήτησε διαφορετικούς τρόπους για να
δημιουργήσει μια εμπειρία όχι μόνο για την πορεία του Cunningham ως ερμηνευτή,

χορογράφου και ανθρώπου, αλλά και για το έργο του
. H σκηνοθέτις δημιούργησε μια
εντυπωσιακή επισκόπηση των πρώτων 30 χρόνων της καριέρας του Merce στη Νέα Υόρκη

καθώς γίνεται δημιουργός και ταυτόχρονα προϊόν
του κύματος καλλιτεχνικής καινοτομίας
που ακολούθησε τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. «Ο Merce ήταν ένας απίστευτος στοχ
αστής»,
λέει. «Μερικές φορές οι άνθρωποι τον υποτιμούν και υποθέτουν ότι ο Merce έγινε Merce

μόνο χάρη στον John Cage. Η επιρροή του Cage ήταν πολύ σημαντική, αλλά ο
John δεν
ήταν χορευτής ή χορογράφος. Ο Merce ανέπτυξε τις δικές του ιδέες και θεωρίες. Είχ
ε
επίσης ένα είδος πίστης στο ίδιο το κίνημα, ως φυσικό,
ζωώδες, αγνό σχήμα και μορφή.»
«Κάτι που με κράτησε σε δύσκολες στιγμές, ήταν εκείνο που είπε ο Cunningham: «Συχνά
συνεχίζεις
, συνεχίζεις ό,τι κι αν συμβεί. Πρέπει να συνεχίσεις.» Ακόμα με συγκινεί απίστευτα
το πνεύμα του Merce. Νιώθω ότι δουλεύω για αυτήν την ταινία πολύ καιρό, αλλά
όταν το
βλέπω
πιο σφαιρικά, ο καιρός δεν ήταν πραγματικά τόσος πολύς. Ο Merce και ο John
επέμειναν
για 30 χρόνια χωρίς να ξέρουν πώς θα πάνε τα πράγματα. Δέχτηκαν και έζησαν
με την αίσθηση της αβεβαιότητας, και
παρέμειναν. Ελπίζω ότι το κοινό θα εμπνευστεί από
τη σημασία του ταξιδιού του Merce, τη δύναμη του πνεύματός του και την αγάπη του για

το χορό.
Εδώ έρχονται τα αγαπημένα λόγια του Merce, που συνοψίζουν όλα όσα θα ήθελα
να πάρουν οι θεατές από την ταινία:
«Πρέπει να λατρεύεις το χορό για να κρατηθείς σ
αυτόν
. Δεν σου προσφέρει τίποτα ως ανταπόδοση, καμία περγαμηνή για να διαφυλάξεις,
ούτε
πίνακες για να κρεμάσεις στους τοίχους ή το μουσείο, ούτε ποιήματα για να εκδώσεις
προς
πώληση, τίποτα, πάρα μόνον εκείνην τη μοναδική στιγμή που σε κάνει να νιώθεις
ζωντανός.
»


Cunningham (2021)

Σκηνοθεσία: Alla Kovgan

Διαβάστε   Ο Ράιαν Ρέινολντς είναι ο... Free Guy!

Εμφανίζονται: Ashley Chen, Brandon Collwes, Dylan Crossman,  Julie Cunningham, Jennifer Goggans, Lindsey Jones,  Cori Kresge, Daniel Madoff, Rashaun Mitchell, Marcie Munnerlyn, Silas Riener, Glen Rumse, Jamie Scott, Melissa Toogood

Διάρκεια: 93’

Η ταινία θα προβάλλεται από τις 4/11/2021 στις κινηματογραφικές αίθουσες