Σιχαίνομαι να μου λένε “πόσο προσγειωμένος”είμαι…

Του Νίκου Αρτινού

Ο Αμερικάνος τουρίστας Φρανκ Τέιλορ, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από το Παρίσι για την Βενετία, γνωρίζει την εντυπωσιακή και μοιραία Ελίζ Ντε Γουόρντ, που τον εμπλέκει σε μια επικίνδυνη περιπέτεια. Όταν φτάνουν στην Βενετία, ο Φρανκ αντιλαμβάνεται ότι τον καταδιώκει τόσο η Ιντερπόλ  όσο και ένας επικίνδυνος κακοποιός, πιστεύοντας ότι πρόκειται για τον καταζητούμενο απατεώνα Αλεξάντερ Πιρς, που κανείς δεν γνωρίζει τα χαρακτηριστικά του, αφού έχει κάνει πλαστική εγχείριση αλλαγής προσώπου. Ούτε η ίδια η Ελίζ, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του. Ο Φρανκ νιώθει μια τρομερή έλξη για την Ελίζ, η οποία αναζητά απεγνωσμένα τον αόρατο-πανταχού παρόντα- Αλεξάντερ Πιρς…

Ο Φλόριαν Χένκελ Φον Ντόνερσμαρκ, ο σκηνοθέτης του αριστουργηματικού «Οι Ζωές των Άλλων», κινείται αισθητικά, ειδολογικά, δραματουργικά και διακειμενικά σε δύο πεδία με τον «Τουρίστα». Αρχικά απευθύνεται στην ψυχολογία του θεατή και, συγκεκριμένα, επιδιώκει την ταύτιση των (αρρένων) θεατών με τον κεντρικό ήρωα της ταινίας. Η ταύτιση του θεατή επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας μερικά απλά τεχνάσματα του μυαλού. Για παράδειγμα, ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Τζόνι Ντεπ είναι ένας καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που διάγει μια ζωή χωρίς εξάρσεις και περιπέτειες, οι οποίες θα διατάρασσαν τη ρουτίνα της ύπαρξής του. Ένας συνηθισμένος τύπος, χωρίς κάποιο στοιχείο που θα τον έκανε να ξεχωρίζει από  τους υπόλοιπους ανθρώπους. Σύμφωνα με τον ίδιο, το πιο σπουδαίο κομπλιμέντο που άκουσε από τους γύρω του – και το οποίο σιχαίνεται – είναι η φράση «Μα πόσο προσγειωμένος είσαι;».

Ο ίδιος λέει, επίσης, ότι μισεί αυτά τα λόγια γιατί στην πραγματικότητα δεν τον κάνουν ξεχωριστό. Σ’ αυτό το σημείο της ταινίας είναι που υπεισέρχεται το ουσιαστικότερο επίπεδο ταύτισης του θεατή με τον ήρωα της ταινίας. Ο Φρανκ Τέιλορ, που έχει τη γνώριμη μορφή του Τζόνι Ντεπ, συστήνεται στους θεατές λέγοντάς τους ότι δε διαφέρει σε τίποτα από αυτούς. Είναι σίγουρο ότι οι περισσότεροι από τους θεατές μισούν να ακούνε τέτοιου είδους κομπλιμέντα. Ποιος θέλει να είναι «προσγειωμένος»; Ή «στρωμένος»; Και τι δε θα έδιναν για να ακούσουν πραγματικά κομπλιμέντα  όπως «συναρπαστικός», «σαγηνευτικός», «μυστηριώδης» ή, απλώς, «διαφορετικός»;

Διαβάστε   Απαγωγή

Η «εδραίωση της ταύτισης» επιτυγχάνεται με την παρουσίαση του «κινήτρου». Στην περίπτωση του «Τουρίστα», το κίνητρο είναι η Ελίζ Ντε Γουόρντ, ο χαρακτήρας που ερμηνεύει η Αντζελίνα Τζολί. Είναι εκθαμβωτική. Είναι η τέλεια γυναίκα. Είναι πανέμορφη και εκλεπτυσμένη. Είναι μια femme fatal. Είναι το όνειρο του κάθε συνηθισμένου άχρωμου και άοσμου ανθρωπάκου, ο οποίος και τι δε θα ’δινε για να ρίξει το βλέμμα της πάνω του μια τέτοια γυναίκα. Ο Ντόνερσμαρκ  «παίζει» με αυτά τα προαιώνια κινηματογραφικά ψυχαναλυτικά τρυκ της ταύτισης και δημιουργεί λαμπερές κοσμοπολίτικες σκηνές, παράλληλα με το απρόσμενο ειδύλλιο μεταξύ του μέτριου Φρανκ και της διαμαντένιας Ελίζ.

Το δεύτερο πεδίο στο οποίο βασίζει την «μιζανσέν» του ο Ντόνερσμαρκ, είναι η σινεφιλική διακειμενικότητα της ταινίας και η-διόλου τυχαία-αναφορά στον μεγάλο μετρ του σασπένς, Άλφρεντ Χίτσκοκ.  Ο Ντόνεμαρκ συρράβει την ατμόσφαιρα και τις πρωτότυπες ιδέες των ταινιών «Το κυνήγι του κλέφτη» (1955) και «Στην σκιά των τεσσάρων γιγάντων» (1959). Στο «Κυνήγι του κλέφτη», η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα της Κυανής Ακτής συνδυάζεται με το ειδύλλιο μεταξύ του Κάρι Γκραντ και της Γκρέις Κέλι, και με εμπνευσμένες σκηνές παρακολούθησης και καταδίωξης. Στο φιλμ «Στη σκιά των τεσσάρων γιγάντων», ο Κάρι Γκραντ, και πάλι εμπλέκεται σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι κατασκοπίας αφού παρά την θέλησή του οικειοποιείται την ταυτότητα ενός επικίνδυνου και διφορούμενου  κατασκόπου. Η-σφόδρα-ελκυστική και μυστηριώδης παρουσία της Εύα Μαρί Σεντ είναι το κυριότερο κίνητρο για να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις δοκιμασίες που τον περιμένουν. Ο Ντόνερσμαρκ χρησιμοποιεί όλα αυτά που έκαναν αυτές τις δύο ταινίες αρχέτυπα του σινεματικού σασπένς. Μάλιστα, όπως και ο εκπληκτικός «Χιτς» οδηγεί τον «Τουρίστα» σε ένα «απατηλά ανατρεπτικό happy end», ειρωνευόμενος μ’ αυτό τον τρόπο, ανεπαίσθητα, και την ίδια την ιστορία της ταινίας του.

Η εναρκτήρια σεκάνς του «Τουρίστα» είναι εντυπωσιακή, καθώς με περίτεχνο μοντάζ μας εξάπτει το ενδιαφέρον περιλαμβάνοντας μια αλληλουχία σκηνών παρακολούθησης της Αντζελίνα Τζολί σε κάποιες από τις πιο τουριστικές περιοχές του Παρισιού. Η συνέχεια είναι, επίσης, συναρπαστική και περιλαμβάνει την τυχαία (;) συνάντηση της Τζολί με τον «Τουρίστα» Τζόνι Ντεπ πάνω στο τρένο με προορισμό την Βενετία. Το ερωτικό παιχνίδι μεταξύ Τζολί και Ντεπ είναι «χορταστικό» και συνεχίζεται και στην υπέροχη Βενετία. Ο Ντόνερσμαρκ χρησιμοποιεί την πόλη των Δόγηδων όχι για να αναδείξει την τουριστική δυναμική της, αλλά για να αναδείξει την ίδια την ιστορία. Οι ιδιαιτερότητες της Βενετίας φάνηκαν χρήσιμες και στη χορογράφηση των σκηνών δράσης. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή ο Φρανκ προσπαθεί να ξεφύγει από τους διώκτες του – που θεωρούν ότι είναι ο Αλεξάντερ Πιρς – και διασχίζει τις στέγες της Βενετίας, ακριβώς όπως και ο Καζανόβας, όταν προσπαθούσε να ξεφύγει από τους οργισμένους συζύγους των ερωμένων του. Μια άλλη σκηνή όπου χρησιμοποιήθηκε η μοναδικότητα της πόλης, είναι αυτή με το κυνηγητό μέσα στα κανάλια, για την κινηματογράφηση της οποίας χρησιμοποιήθηκε πλειάδα καμερών επί επτά βραδιές. Η σεκάνς είναι επιτυχημένη παρά τις δυσκολίες που συνάντησε το συνεργείο, όχι μόνο λόγω των νυχτερινών λήψεων, αλλά και επειδή δεν υπήρχε καμία δυνατότητα για πρόβες σε ένα τόσο τουριστικό μέρος. Το soundtrack του έργου υπογράφει ο Τζέιμς Νιούτον Χάουαρντ. Ειδικά για τη σκηνή της δεξίωσης, τη μουσική συνέθεσε ο βραβευμένος με Όσκαρ Γκάμπριελ Γιάρεντ (Ο Άγγλος Ασθενής), που είχε συνεργαστεί με τον Ντόνερσμαρκ και στην ταινία Οι Ζωές των Άλλων.

Το φιλμ, εν κατακλείδι, είναι μια ψυχαγωγική ταινία που επιτυγχάνει τους περισσότερους από τους αρχικούς στόχους του Ντόνερσμαρκ. Η θέαση της ταινίας είναι ενδιαφέρουσα καθ’ όλη τη διάρκειά της. Όμως, θα μπορούσε να είναι καλύτερη υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Αρχικά, θεωρώ ότι ενώ οι σταρ Αντζελίνα Τζολί και Τζόνι Ντεπ σαν ξεχωριστές προσωπικότητες διατηρούν την λάμψη τους, η χημεία μεταξύ τους δεν «ανάβει τη σπίθα» που θα έπρεπε να συνοδεύει τις κοινές τους εμφανίσεις. Από την άλλη-μετά τα μισά της ταινίας και ενώ υπάρχουν όλες εκείνες οι ανατροπές στην εξέλιξη της ιστορίας που ανανεώνουν το ενδιαφέρον της θέασης- διαπιστώνουμε μια αμηχανία που οδηγεί στη βιασύνη του σκηνοθέτη (ίσως και των παραγωγών) να τελειώσει την ταινία όσο το δυνατό γρηγορότερα. Θα μπορούσε το φιλμ να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, χωρίς αυτό να έθετε σε κίνδυνο το επίπεδο της θέασης. Η μεγαλύτερη διάρκεια θα έδινε την ευκαιρία να τεκμηριωθούν με μεγαλύτερη πειστικότητα τόσο οι πράξεις των χαρακτήρων όσο και οι δυναμικές ανατροπές της ιστορίας. Αυτή η διάχυτη αμηχανία, ίσως να οφείλεται στο ότι είναι η πρώτη φορά που ο-σχετικά πρωτάρης-Ντόνερσμαρκ σκηνοθετεί μια υπερ-μπλοκμπάστερ παραγωγή με τέτοια ηχηρά ονόματα στο καστ. Τέτοιου είδους ταινίες απαιτούν εμπειρία τόσο στη διαχείριση των απαιτήσεων των παραγωγών όσο και στην διαχείριση του προσωπικού οράματος του σκηνοθέτη-δημιουργού.

Διαβάστε   Πέθανε ο "βασιλιάς των μιούζικαλς" Στάνλεϊ Ντόνεν

Ο Φλόριαν Χένκελ Φον Ντόνερσμαρκ έχει σπουδάσει Ρωσική Λογοτεχνία στην Αγία Πετρούπολη, Φιλοσοφία και Οικονομικά στην Οξφόρδη και σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. «Ο Τουρίστας» είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του. Οι Ζωές των Άλλων (2006) αποτέλεσαν το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο και τον ανέδειξε ως ένα μεγάλο σκηνοθετικό ταλέντο, αποσπώντας σωρεία βραβείων (μεταξύ άλλων και το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2007). To 2018, σκηνοθέτησε την ταινία Ποτέ μην κλείνεις τα μάτια, η οποία έλαβε υποψηφιότητα για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

 

 

Ο Τουρίστας (The Tourist, 2010)

Σκηνοθεσία: Φλόριαν Χένκελ Φον Ντόνερσμαρκ

Ηθοποιοί: Τζόνι Ντεπ, Αντζελίνα Τζολί, Πολ Μπέτανι, Τίμοθι Ντάλτον, Στίβεν Μπέρκοφ, Ρούφους Σούελ, Κρίστιαν Ντε Σίκα

Διάρκεια: 104΄