Νέοι είστε και φαίνεσθε…

Ο Πιερό, ο Μιμίλ και ο Αντουάν, τρεις παιδικοί φίλοι, πλέον στα εβδομήντα τους, έχουν κατανοήσει πως τα γηρατειά είναι o μόνος τρόπος να αποφύγεις τον θάνατο. Και είναι αποφασισμένοι να διαβούν αυτό το κατώφλι με στιλ!

Η επανένωσή τους με αφορμή την κηδεία της συζύγου του Αντουάν δεν έμελλε να διαρκέσει πολύ… Όταν βρίσκει κατά τύχη ένα γράμμα, που τον φέρνει σε κατάσταση υστερίας, ο Αντουάν παίρνει τους δρόμους, χωρίς να δώσει την παραμικρή εξήγηση στους φίλους του. Ένα θεότρελο ταξίδι, με αφετηρία τη γενέτειρά του, στη νοτιοδυτική Γαλλία, και τελικό προορισμό την Τοσκάνη, στην Ιταλία, έχει μόλις ξεκινήσει.

Ο Πιερό, ο Μιμίλ και η Σοφί, η εγγονή του Αντουάν που βρίσκεται σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, με την κοιλιά έως το στόμα, ρίχνονται στο κατόπι του, για να τον εμποδίσουν να διαπράξει ένα έγκλημα πάθους… με καθυστέρηση 50 ετών!

Η ταινία αποτελεί μεταφορά στο σινεμά του ομότιτλου δημοφιλούς γαλλικού κόμικ. Ποιος είπε ότι τα γηρατειά μοιάζουν με ναυάγιο; Όποιος κι αν ήταν, σίγουρα δεν έχει διαβάσει το κόμικ ούτε έχει συναντήσει τον Αντουάν, τον Μιμίλ και τον Πιερό, τους ήρωες αυτής της ξέφρενης σειράς κόμικ, σε σενάριο του Βιλφρίντ Λουπανό και σχέδιο του Πολ Κοέ. Διότι αν τους είχε γνωρίσει, θα είχε νιώσει πως τα γηρατειά είναι μια μεγάλη γιορτή. Ή μάλλον, κάτι ακόμη καλύτερο: είναι σαν ένα πυροτέχνημα, ένα γκραν φινάλε που δεν λέει να τελειώσει, μια δεύτερη νιότη, ένα ελιξίριο αιώνιας ζωής. Τα γηρατειά είναι το κόλπο το οποίο έστησαν για να ξεγελάσουν τον θάνατο και μιας που το έστησαν, είπαν να βγάλουν την ψυχή και σε όλο τον κόσμο! Μέσος όρος βιολογικής ηλικίας: μεταξύ 70 και 80 ετών. Μέσος όρος πνευματικής ηλικίας: πολύ πολύ χαμηλότερος… Στη ζωή, υπάρχουν αυτοί που γερνάνε πριν την ώρα τους και αυτοί που ξανανιώνουν χρόνο με τον χρόνο. Οι τρεις ήρωές μας (αν και η λέξη θα τους έκανε να βάλουν τα γέλια) ανήκουν σίγουρα στη δεύτερη κατηγορία.

 

Συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Κριστόφ Ντυτυρόν

 

Πώς βρεθήκατε στην καρέκλα του σκηνοθέτη σε αυτή την ταινία;

Κατά τύχη! Το πρότζεκτ είχε σχεδόν «κλειδώσει». Οι βασικοί ηθοποιοί είχαν επιλεγεί, το σενάριο είχε στην ουσία ολοκληρωθεί, οι ημερομηνίες για τα γυρίσματα είχαν οριστικοποιηθεί και το μόνο που έλειπε ήταν ο σκηνοθέτης! Οπλίστηκα λοιπόν με κουράγιο και πήγα να βρω τους δύο παραγωγούς…

Είναι η πρώτη σας σκηνοθετική απόπειρα. Κατά τη γνώμη σας, τι οδήγησε στο να πάρετε αυτή την «ψήφο εμπιστοσύνης»;

 

Πιθανώς να ήμουν ο μόνος υποψήφιος! (γέλια). Σε κάθε περίπτωση, είμαι ευγνώμων στον Κλεμάν και στον Ματιέ, λίγοι παραγωγοί θα έπαιρναν αυτό το ρίσκο. Η θητεία μου στο θέατρο, όπου έχω συνεργαστεί και με τον Πιερ Ρισάρ, ίσως να έπαιξε κάποιο ρόλο. Έπειτα, τυγχάνει να είμαι και φανατικός οπαδός του συγκεκριμένου κόμικ, το οποίο γνωρίζω από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας του, το 2015. Από την πρώτη στιγμή, είχα την αίσθηση πως είχα ανακαλύψει ένα διαμαντάκι και, όπως φαίνεται, δεν ήμουν ο μόνος με αυτή την αίσθηση. Το βραβείο κοινού στο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικ του Ανγκουλέμ ήρθε με το καλημέρα για ένα κόμικ που χαρακτηρίστηκε εκδοτικό φαινόμενο. Έφτασα μάλιστα στο σημείο όχι απλώς να το διαβάζω ξανά και ξανά, αλλά να το χαρίζω στους φίλους ως δώρο γενεθλίων.

Τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε σε αυτό το πρώτο άλμπουμ της σειράς;

Τα πάντα! (γέλια). Με την πρώτη ματιά, σίγουρα το σχέδιο. Οι χαρακτήρες του Πολ Κοέ, η λεπτομέρεια στο στήσιμο του κάθε καρέ, η αβίαστη ροή, η υποδειγματική αίσθηση ρυθμού στην ανάγνωση. Πρόκειται για ένα γνήσιο τέκνο της γαλλο-βελγικής σχολής που θαυμάζω απεριόριστα, αλλά την ίδια στιγμή διαθέτει τη δική του ξεχωριστή προσωπικότητα, ένα στιλ μοναδικό, διαφορετικό από οτιδήποτε άλλο: δεν αντιγράφει τίποτα και κανέναν, σπάνια συναντά κανείς αυτή την ιδιότητα. Φυσικά, δεν πρέπει να ξεχνάμε και τη μαγευτική γλώσσα του Λουπανό: περιπαικτική, κεφάτη, αναρχική, τολμηρή, ανυπάκουη, νοσταλγική και γεμάτη ανθρωπιά. Κι όλα αυτά δοσμένα σε έναν τόνο πολυλογίας που αγαπώ ιδιαίτερα, διότι μου θυμίζει την καταγωγή μου από εκείνα τα μέρη της νοτιοδυτικής Γαλλίας.

Στην ταινία, οι πρωταγωνιστές μιλούν ακριβώς όπως και στο κόμικ. Η σύνταξή τους είναι πλούσια, οι λέξεις τους προσεκτικά διαλεγμένες, οι φράσεις τους ολοκληρωμένες. Ακόμη κι αν αυτά τα στοιχεία επιβιώνουν στον γραπτό λόγο, σε καμία περίπτωση δεν εκφραζόμαστε με αυτόν τον τρόπο στον προφορικό λόγο…

Οι χαρακτήρες έχουν το στιλ ομιλίας που ταιριάζει στην ηλικία τους, βγάζοντας επιδεικτικά τη γλώσσα στη σύγχρονη τάση! Σήμερα, από φόβο μήπως χαρακτηριστούμε «λογοτεχνίζοντες» ή από πρεμούρα για να πετύχουμε μια «φυσικότητα», έχουμε καταλήξει να βάζουμε ψαλίδι στη γλώσσα, να υποβαθμίζουμε τον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε. Είναι πολύ κρίμα, διότι δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και εγώ, που νοσταλγούν τους διαλόγους «παλαιάς κοπής». Όταν έγινα κομμάτι του όλου πρότζεκτ, το γράψιμο του σεναρίου δεν είχε ολοκληρωθεί. Ο Βιλφρίντ περίμενε να γνωρίσει τον σκηνοθέτη (ή τη σκηνοθέτιδα) της ταινίας για να δώσει στο σενάριο την τελική του μορφή. Δουλέψαμε μαζί, λοιπόν, σε πολύ εντατικούς ρυθμούς.

Διαβάστε   Upgrade: ούτε άνθρωπος, ούτε μηχανή...

Με ποιον τρόπο;

Τα πάντα ήταν ήδη έτοιμα, εγώ απλώς έκανα παρεμβάσεις όσον αφορά τη δομή. «Έσφιξα τις βίδες», όπως λέει και ο Βιλφρίντ. Προσπάθησα να ενσωματώσω την πλοκή του κάθε χαρακτήρα γύρω από μια κοινή θεματική και έναν κοινό άξονα ώστε να υπάρξει μια ραχοκοκαλιά που θα διατρέχει το σύνολο της ταινίας. Η κοινή αυτή θεματική έγκειται στην ξεχωριστή σχέση που αναπτύσσει ο κάθε χαρακτήρας με το παρελθόν. Ο ένας δραπετεύει από αυτό, ο άλλος επιλέγει να το αγνοεί, ο τρίτος επιθυμεί διακαώς να το επανορθώσει δια τη βίας, και η νεαρή κοπέλα αναρωτιέται τι ποιος είναι εντέλει ο ρόλος της μέσα σε όλο αυτό τον χαμό. Ο στόχος μου δεν ήταν άλλος από το να αναδείξω το σύμπαν της ιστορίας, και σε καμία περίπτωση να αλλοιώσω το περιεχόμενό της ή να το οικειοποιηθώ έστω και στον ελάχιστο βαθμό. Όντας κατά βάση σεναριογράφος, τρέφω απεριόριστο σεβασμό για την ιδιότητα του συγγραφέα. Ο Βιλφρίντ το αντιλήφθηκε και συνεργαστήκαμε άψογα.

Κατά την προετοιμασία της ταινίας, είχατε στο μυαλό σας τους θαυμαστές του συγκεκριμένου κόμικ;

Προφανώς, αφού ανήκω και εγώ σε αυτούς! (γέλια). Όπως και να έχει, προσπάθησα να απαλείψω τη δυσπιστία τους και να μην τους δώσω αφορμές για να δυσαρεστηθούν. Είχα, βέβαια, έναν εκπληκτικό άσσο στο μανίκι: ο Βιλφρίντ Λουπανό υπέγραφε το σενάριο της ταινίας! Όταν ένας συγγραφέας εμπλέκεται προσωπικά στη μεταφορά του έργου του, αυτομάτως ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος να υπάρξουν αποκλείσεις ή εκπτώσεις σε σχέση με το πρωτότυπο υλικό!

Από την πλευρά μου, κατέβαλα προσπάθειες ώστε η ταινία να μην περιορίζεται σε μια απλή οπτική ανακατασκευή του κόμικ. Στα κόμικ, ο αναγνώστης επιβάλλει τον δικό του ρυθμό, γεμίζει ο ίδιος τα κενά ανάμεσα στα καρέ. Ο θεατής μιας ταινίας, από την άλλη, όχι. Η δυσκολία, λοιπόν, εντοπίζεται στο να μείνεις πιστός όχι σε αυτό που φαίνεται, αλλά –όσο και να ακούγεται παράδοξο– σε αυτό που δεν φαίνεται! Προσπάθησα να μην απομακρυνθώ από την αρχική εντύπωση που σχημάτισα όταν πρωτοδιάβασα το κόμικ, από όλα τα στοιχεία που με έκαναν να το αγαπήσω. Στη συνέχεια, το ζήτημα ήταν με ποιο τρόπο οι ήρωες θα ξέφευγαν από τα όρια του χαρτιού και θα αποκτούσαν κινηματογραφική υπόσταση. Ήταν απαραίτητο να χτίσω μια τρίτη διάσταση. Παρά το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του συγκεκριμένου κόμικ διαθέτουν χαρακτήρα και προσωπικότητα, είναι αναγκαίο να τους συνδέσουμε με μία πραγματικότητα, να τους προσφέρουν ένα πλαίσιο αναφοράς, να τους προσδώσουμε μια «ανθρώπινη» διάσταση, μια συνοχή, μια αίσθηση συνέχειας, ώστε να βοηθήσουμε τους ηθοποιούς που θα τους δώσουν σάρκα και οστά στη μεγάλη οθόνη.

Όσον αφορά το αμιγώς οπτικό σκέλος της ταινίας, ποια κατεύθυνση ακολουθήσατε;

Με τον Λοράν Μασουέλ, τον επικεφαλής οπερατέρ, δεν θέσαμε ως στόχο να ανασυστήσουμε κατά γράμμα το οπτικό σύμπαν του κόμικ, αλλά να αποτυπώσουμε το πνεύμα του. Θέλαμε να αποδώσουμε τη λογική των καρέ που διέπει τα κόμικ, δίνοντας έμφαση στα στατικά πλάνα, μια επιλογή που παραπέμπει όχι μόνο στα κόμικ, αλλά και στις σπουδαίες κλασικές κωμωδίες. Με το να βάζεις την κάμερα να ακολουθεί έναν ήρωα στην πραγματικότητα επιβραδύνεις, σχεδόν εκμηδενίζεις, την ορμή του. Τίποτα δεν προσφέρει μεγαλύτερη αίσθηση ρυθμού από την εναλλαγή κάδρων.

Από εκεί και έπειτα, από αισθητική σκοπιά, στόχος μας ήταν να ξεστρατίσουμε λίγο από τη ρεαλιστική πραγματικότητα στην αρχή της ταινίας, όσο ακόμη ο θεατής είναι πρόθυμος να αφεθεί σε έναν άλλο κόσμο, έπειτα να «απογυμνώσουμε» την εικόνα και να δώσουμε έναν πιο ρεαλιστικό τόνο, καθώς το παρελθόν έρχεται να προσγειώσει τους ήρωες στην πραγματικότητα. Αυτό που μας εξέπληξε ήταν ότι στο τέλος, παρότι είχαμε αποστασιοποιηθεί από το κόμικ, πολλές από τις επιλογές μας όσον αφορά το ντεκουπάζ και την αφήγηση των σκηνών αποδείχτηκαν οι ίδιες με αυτές που είχε κάνει ο Πολ Κοέ στα σκίτσα του.

Έπειτα, έπρεπε να διαχειριστούμε και το ζήτημα των φλάσμπακ, που είναι η ψυχή του συγκεκριμένου κόμικ. Στη αρχή υπήρχε η σκέψη για μια αφηγηματική προσέγγιση, για μια αντικειμενική ματιά, δηλαδή να γυρίσουμε ό,τι ακριβώς βλέπαμε στο κείμενο, αλλά σε μια ελαφρά διαφοροποιημένη χρωματική παλέτα. Τελικά, προτίμησα να τους προσδώσω μια υποκειμενική διάσταση ώστε να φέρουν το αποτύπωμα του χαρακτήρα που πραγματοποιεί την εκάστοτε αναδρομή στον χρόνο και να δοθεί προτεραιότητα στο συναίσθημα. Η περιβόητη τρίτη διάσταση που προανέφερα, στην οποία εντάσσονται η ονειροπόληση του Αντουάν, το ξέσπασμα της Σοφί κτλ.

Όταν οριστικοποιήθηκε η δική σας συμμετοχή στο πρότζεκτ, το κάστινγκ είχε ήδη κλείσει. Κατά τη γνώμη σας, τι οδήγησε στην επιλογή των συγκεκριμένων ηθοποιών για τους τρεις πρωταγωνιστικούς ρόλους της ταινίας;

Ειλικρινά, έτσι όπως το βλέπω, δεν τίθεται καν το ερώτημα. Βλέποντάς τους στην οθόνη, σχηματίζω τη βεβαιότητα ότι ήταν καλύτερες επιλογές, τόσο ως σύνολο όσο και ο καθένας ξεχωριστά, για τους τρεις βασικούς ήρωες. Πιστέψτε με, δεν ήταν εύκολο να συνθέσει κανείς ένα τέτοιο πρωταγωνιστικό τρίο. Πρώτα απ’ όλα, έπρεπε να βρεθούν εκείνοι οι ηθοποιοί που θα δέχονταν να ερμηνεύσουν αυτούς τους ρόλους, ηθοποιοί δηλαδή που θα ήταν συμφιλιωμένοι με το ότι ο χρόνος έχει περάσει και για τους ίδιους (γέλια). Έπειτα, οι ηθοποιοί της ταινίας έπρεπε να έχουν κάποια φυσική ομοιότητα με τους ήρωες που σχεδίασε ο Πολ Κοέ, αλλά και να είναι σε αρμονία με τους χαρακτήρες που έπλασε ο Λουπανό. Την ίδια στιγμή, έπρεπε να είναι «συμβατοί» κι ο ένας με τον άλλο, το τρίο έπρεπε να έχει την απαραίτητη χημεία. Ήμασταν πολύ τυχεροί που είχαμε αυτούς τους συγκεκριμένους ηθοποιούς!

Διαβάστε   Πανελλήνια πρεμιέρα της ταινίας "The Merger" σε συνεργασία με την Πρεσβεία της Αυστραλίας

Ο Πιερ Ρισάρ, ο Εντί Μιτσέλ και ο Ρολάν Ζιρό δεν είχαν συνεργαστεί ποτέ ξανά στο παρελθόν σε κάποια κινηματογραφική ταινία. Στη διάρκεια των γυρισμάτων, φοβηθήκατε μήπως δεν υπάρξει χημεία μεταξύ τους;               

Για να πω την αλήθεια, όχι! Και οι τρεις χαρακτήρες της ταινίας είναι τόσο καλά σκιαγραφημένοι και με τέτοιο βάθος, που δεν υπήρχε κανένα περιθώριο για παρεξηγήσεις και παρερμηνείες. Ήταν πολύ δύσκολο να νιώσει οποιοσδήποτε από τους τρεις τον πειρασμό να μπει στα χωράφια του άλλου. Όσο για την επικοινωνία μεταξύ τους τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε φιλικό επίπεδο, δεν είχα την παραμικρή αμφιβολία ότι θα κυλούσε άψογα. Ο Πιερ, ο Ρολάν και ο Εντί έχουν εδώ και χρόνια αποβάλει οποιαδήποτε χροιά εγωπάθειας, αν υποθέσουμε ότι είχαν ποτέ τέτοια ζητήματα. Είναι τρεις άνθρωποι που απολαμβάνουν τη ζωή, προικισμένοι όχι μόνο με ταλέντο, αλλά και με την ικανότητα να γελούν και να μην παίρνουν τον εαυτό τους υπερβολικά στα σοβαρά. Ο μόνος μου φόβος ήταν, καθώς ήταν το σκηνοθετικό μου ντεμπούτο, αν θα γινόμουν εγώ αποδεκτός από αυτούς. Κι εδώ, όμως, φάνηκα τυχερός! Ο Πιερ, με τον οποίο γνωριζόμαστε από παλιά και έχουμε συνεργαστεί σε τρεις θεατρικές παραστάσεις, μου έδωσε ευθύς εξαρχής τις απαραίτητες «συστάσεις» για να γίνω αποδεκτός από ολόκληρο το καστ. Πέρα από σπουδαίος ηθοποιός, όπως όλοι γνωρίζουμε, ο Πιερ είναι και ένας εξαιρετικά γενναιόδωρος άνθρωπος.

Πώς καταφέρατε να μεταμορφώσετε στον Πιερ σε Πιερό, τον Εντί σε Μιμίλ και τον Ρολάν σε Αντουάν;

Στην πραγματικότητα, η κατανομή των ρόλων ήταν τόσο εύστοχη που έκανε αυτή τη διαδικασία αρκετά εύκολη. Από άποψη εξωτερικής εμφάνισης, ο Πιερ φέρνει αρκετά στον Πιερό: το σουλούπι του είναι σαν τηλεγραφόξυλο, έχει κι αυτός άσπρα μαλλιά. Το μόνο που έπρεπε να κάνουμε ήταν να του χτενίσουμε τα μαλλιά προς τα πίσω για να δείχνει λίγο πιο φαλακρός, με τεράστιο μέτωπο, και να του φορέσουμε ένα ζευγάρι χοντρά γυαλιά, με μαύρο ορθογώνιο σκελετό, αντί για κόκκινα στρογγυλά γυαλιά που φορά συνήθως στην κανονική ζωή. Ο Ρολάν μοιάζει επίσης αρκετά με τον χαρακτήρα που υποδύεται, τον Αντουάν. Διέθετε το ανάστημα και αυτό το χαρακτηριστικό σαγόνι, που εκπέμπει μια αυστηρότητα, χρειάστηκε μονάχα να του ζητήσουμε να βάψει τα μαλλιά του κάτασπρα. Στην αρχή, γκρίνιαξε λίγο, εντέλει όμως αυτός ο σπουδαίος ηθοποιός αποδέχτηκε αυτή τη μικρή θυσία δίχως να προβάλει ιδιαίτερες αντιρρήσεις. Ο χαρακτήρας που μας δημιούργησε τα περισσότερα προβλήματα ήταν αυτός του Μιμίλ, τον οποίο υποδυόταν ο Εντί. Στο κομίκ, ο Μιμίλ είναι ένας κοντός και φαλακρός χοντρούλης, μια εικόνα δηλαδή πολύ μακριά από την αγέρωχη κορμοστασιά και την αρρενωπότητα του «Εντί Μίτσαμ», όπως μου αρέσει τον αποκαλώ χαριτολογώντας. O χαρακτήρας του Εντί αποπνέει δυναμισμό, όμως το βασικό κωμικό χαρακτηριστικό των ηρώων είναι ότι πρόκειται για τρεις γεράκους που δεν λένε να κλείσουν το στόμα τους. Έπρεπε, λοιπόν, να διορθώσουμε αυτή την αντίφαση, να του βρούμε ένα «ελάττωμα» με το οποίο θα συνδεόταν αυτόματα ο θεατής. Πέρα λοιπόν από την καμπουριαστή στάση και το ότι έδειχνε κάπως ετοιμόρροπος, το στοιχείο αυτό ήταν η ολίγον αστεία –καθότι εκ των προτέρων καταδικασμένη– προσπάθειά του να φανεί νέος. Ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Εντί δεν έφερε την παραμικρή αντίρρηση σε αυτή την κατάμαυρη βαφή μαλλιών και αυτό το μουστάκι, που είχε σχεδιαστεί με μολύβι.

Γνωρίζατε τον Πιερ από παλιά, όχι όμως και τους άλλους δύο πρωταγωνιστές. Υπήρξε κάτι πάνω τους που σας προξένησε έκπληξη όταν εντέλει τους γνωρίσατε;

Γνωριζόμασταν μεν με τον Πιερ, αλλά τον είχα δει να δουλεύει μονάχα σόλο, και μέσα από αυτή τη καινούργια συνεργασία ήταν που ανακάλυψα ότι διαθέτει ένα εκπληκτικό ομαδικό πνεύμα. Ήταν η ψυχή της πρωταγωνιστικής τριάδας, αλλά και ολόκληρου του καστ. Το παίξιμό του είναι γενναιόδωρο, αλλά και εξωπραγματικά σχολαστικό. Όσο για τους άλλους δύο της παρέας, δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε κάποια «έκπληξη», απλούστατα επειδή δεν γνώριζα ούτως ή άλλως τι να περιμένω από αυτούς. Αυτό που με άφησε πάντως άναυδο ήταν το νεανικό τους σφρίγος. Πρόκειται για ανθρώπους χορτασμένους από την καριέρα τους, την προσωπική τους διαδρομή, τη δημόσια εικόνα τους, τα χρόνια που κουβαλάνε στην πλάτη, οι οποίοι όμως εκπέμπουν μια χαλαρότητα και μια όρεξη σχεδόν παιδική. Δεν κυκλοφορούν με τον αέρα του διάσημου, ίσα ίσα το αντίθετο. Δεν κάνουν φιγούρα, ούτε περιαυτολογούν, ακριβώς επειδή δεν κυνηγάνε πλέον κάτι, δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα σε κανέναν. Έχουν κρατήσει πλέον την ουσία: τη ζωή, την επαφή με τους άλλους, την ευχαρίστηση που προσφέρει το ποτό, το καλό φαγητό, το γέλιο. Στο πλατό, να φανταστείτε, πιο συχνά έπρεπε να τους επαναφέρω στην τάξη, παρά να τους παρακινήσω. Φυσικά, αυτή η δίψα για ζωή δεν τους εμποδίζει να είναι τρελοί δουλευταράδες. Ας μην ξεχνάμε ότι έχουν όλοι τους θητεύσει στο θέατρο. Επιδεικνύουν, επομένως, και οι τρεις τρομερό ζήλο στη δουλειά τους.

Διαβάστε   Οι Δολοφόνοι του Γκόγια

Θα θέλαμε και δυο λόγια για την Αλίς Πολ, που ερμηνεύει έναν ρόλο κομβικής σημασίας στην ταινία…

Έναν ρόλο σημαντικό και δύσκολο, που απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Ο χαρακτήρας της δεν είναι απλώς ο τέταρτος σωματοφύλακας της παρέας, αλλά λειτουργεί ως αντίβαρο. Ήταν, λοιπόν, αναγκαίο να μην παρασυρθεί από τη «συμμορία των τριών». Γνωρίζοντας το κωμικό εκτόπισμα της Αλίς, ήταν μια πρόκληση να της θέσουμε όρια και να την καθοδηγήσουμε προς μια πιο εσωτερικευμένη ερμηνεία. Η ίδια υπήρξε υπόδειγμα προσήλωσης, ταπεινότητας, προθυμίας και… ταλέντου, βρίσκοντας με συνοπτικές διαδικασίες τον δικό της χώρο ανάμεσα στους τρεις βασικούς πρωταγωνιστές.

Στο ζενερίκ παρατηρούμε πως έχετε υπογράψει τη μουσική της ταινίας…

Ναι, αναλαμβάνω την «ευθύνη» για τα μουσικά θέματα της ταινίας (γέλια). Για να είμαι πάντως τελείως ειλικρινής, δεν θεωρώ τον εαυτό μου συνθέτη, απλώς σκαρώνω κάποιες μελωδίες στο πιάνο, τις οποίες και μοιράζομαι με τον Γιανίκ Ουνιέ, ο οποίος είναι αληθινός μουσικός. Μας αρέσει να πειραματιζόμαστε με τα μουσικά θέματα, σε διάφορες παραλλαγές και διάφορους ρυθμούς, αναζητώντας τον κατάλληλο τόνο και ήχο, ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο θέλουμε να τα χρησιμοποιήσουμε, και ο Γιανίκ αναλαμβάνει την ενορχήστρωση. Όπως συνηθίζω να λέω, του δίνω απλώς νότες και αυτός τις μετατρέπει σε μουσική. Έχοντας συνεργαστεί μαζί του, ακολουθώντας αυτή τη μέθοδο, στο θέατρο και την τηλεόραση, σκέφτηκα να επεκτείνουμε τη συνεργασία μας και σε αυτή την ταινία. Δεν θα είχα βρει, όμως, ποτέ αυτό το κουράγιο αν δεν υπήρχε ο Γιανίκ.

Η μουσική της ταινίας θυμίζει πολύ έντονα τη δεκαετία του ’70…

Ήθελα τα μουσικά θέματα της ταινίας να φέρνουν στο νου τη γοητεία εκείνης της περιόδου, στην οποία οι τρεις ήρωες βρίσκονταν στα καλύτερά τους χρόνια. Ήθελα, επίσης, κάθε θέμα να αντιστοιχεί σε έναν από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας. Έτσι λοιπόν συνθέσαμε τέσσερα θέματα, το καθένα με διαφορετική ενορχήστρωση. Αυτό της Λουσέτ είναι αρκετά άχρονο, της Μπερτ είναι περισσότερο νοσταλγικό, εκείνο της Σοφί πιο φυσικό, λιγότερο επιτηδευμένο, με την κιθάρα να κυριαρχεί, και τέλος, το μουσικό θέμα των τριών βασικών πρωταγωνιστών: και οι τρεις τους έχουν σκελετούς στην ντουλάπα, επομένως το μουσικό τους θέμα έχει μια ενορχήστρωση λίγο πιο πομπώδη, που παραπέμπει ξεκάθαρα στη δεκαετία του ’70. Το θέμα αυτό είναι το μόνο που εξελίσσεται στη διάρκεια της ταινίας, ανάλογα με την πλοκή. Γίνεται κατά σειρά παιχνιδιάρικο, δυναμικό, μελαγχολικό, παίρνει μια ιταλική χροιά κτλ…

Σε ποιο κινηματογραφικό είδος θα κατατάσσατε την ταινία;

Γιατί να βάλουμε ταμπέλες; Είναι μια αστεία ιστορία με απλούς καθημερινούς ανθρώπους που βρίσκονται αντιμέτωποι με μεγάλες προκλήσεις: τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο, την προδοσία, το πέρασμα του χρόνου. Δεν υπάρχει κάποιο κουτάκι στο οποίο να μην βάζεις «τικ» βλέποντας την ταινία. Οι παραγωγοί την χαρακτηρίζουν λαϊκή κωμωδία, για τον Βιλφρίντ είναι ένα επαρχιώτικο μελόδραμα δρόμου. Κατά βάθος, κανένας από τους δύο δεν έχει άδικο.

 

Τι θα θέλατε να εισπράξουν οι θεατές που θα παρακολουθήσουν την ταινία σας;

Αυτό που θα ήθελα είναι να έχει αλλάξει η οπτική τους για τα γηρατειά, χάρη στην ταινία. Αυτοί οι τρεις τύποι είναι αξιολάτρευτοι, είναι τόσο μα τόσο αστείοι και τόσο ελεύθεροι! Καθώς μεγαλώνουμε, ξεφορτωνόμαστε τα ψεύτικα λούσα της κοσμιότητας, της ευπρέπειας και της επιτήδευσης. Είμαστε πλέον απαλλαγμένοι από την υποχρέωση να φανούμε γοητευτικοί και πορευόμαστε χωρίς βαρίδια. Κατά βάθος, αυτό που θα ήθελα να νιώσουν οι θεατές είναι ότι τα γηρατειά κρύβουν κι αυτά κάποια θέλγητρα, ότι ακόμη και τότε μπορεί ένας άνθρωπος να σκεφτεί ότι τα καλύτερα είναι μπροστά του.

Ποια είναι τα προσεχή σας σχέδια;

Έχω γράψει ένα σενάριο από κοινού με τη σύντροφό μου, η οποία θα σκηνοθετήσει και την ταινία. Βρισκόμαστε στο τελικό στάδιο προετοιμασίας πριν την έναρξη των γυρισμάτων. Η ταινία θα έχει τον τίτλο Belle-fille. Ίσως να υπάρχει κι ένα θεατρικό πρότζεκτ στα σκαριά, σε συνεργασία με τον Πιερ. Είναι όμως ακόμη πολύ νωρίς για να πω περισσότερα.

 

Νέοι είστε και φαίνεσθε (Tricky old dogs/Les Vieux fourneaux, 2018)

Σκηνοθεσία: Christophe Duthuron

Ηθοποιοί: Pierre Richard, Eddy Mitchell, Roland Giraud, Alice Pol

Διάρκεια: 89΄

Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα στους ελληνικούς κινηματογράφους στις 16 Ιουλίου 2020