“Η ευνοούμενη”: ένα γυναικείο ερωτικό τρίγωνο στη δίνη της εξουσίας

Του Γιάννη Τοτονίδη

Ο όρος “favourite” είναι οικείος στην παγκόσμια Ιστορία. Ήταν ένας επίσημος τίτλος τιμής που αφορούσε άντρες ή γυναίκες. Σε χώρες όπως η Αγγλία, η Γαλλία, η Ισπανία και η Σουηδία, οι οποίες συχνά επεδείκνυαν πολεμικές τακτικές, πολλοί μονάρχες αδυνατούσαν να διαχειριστούν στρατηγικές αποφάσεις. Έτσι, επέλεγαν συχνά έναν άντρα ή μια γυναίκα, που γινόταν “βασιλικός εραστής ή ερωμένη” και αποφάσιζε για την εξωτερική ή εσωτερική πολιτική της χώρας. Οι “ευνοούμενοι/ες” συναντώνται στην Ιστορία από την εποχή του Τιβέριου Καίσαρα Αυγούστου (ο Λεύκιος Αίλιος Σηϊανός), του Τσάρου Νικόλαου Β΄ (ο Γκριγκόρι Ρασπούτιν) και του Λουδοβίκου ΙΕ΄ (η Μαρκησία ντε Πομπαντούρ).

Η αμαξοστοιχία του χρόνου μάς μεταφέρει στον 18ο αιώνα στην Αγγλία, η οποία βρίσκεται σε πόλεμο με τη Γαλλία. Αν και το κόστος του πολέμου είναι δυσβάσταχτο, στο παλάτι διοργανώνονται αγώνες πάπιας και πορτοκαλοπόλεμος. Τη χώρα δεν κυβερνά η φιλάσθενη Βασίλισσα Άννα, αλλά η στενή παιδική της φίλη Δούκισσα του Μάρλμπορο Σάρα, με την οποία έχει ερωτικές σχέσεις. Παράλληλα, η Σάρα φροντίζει για την υγεία και τις συχνές νευρικές εκρήξεις της Βασίλισσας. Όταν εμφανίζεται στην αυλή του παλατιού η ξαδέλφη της Σάρα, η Άμπιγκεϊλ Χιλ, ζητώντας εργασία, εκείνη της προσφέρει μια θέση στο υπηρετικό προσωπικό.

Η Άμπιγκεϊλ, που έχει χάσει τίτλο και περιουσία λόγω κακών χειρισμών του πατέρα της, βλέπει την πρόσληψή της ως ευκαιρία, προκειμένου να ανακτήσει τα παλιά της μεγαλεία και να επιστρέψει στις αριστοκρατικές της ρίζες. Η ευκαιρία όντως της δίνεται, όταν η φιλάσθενη μονάρχης πλήττεται από κρίση ουρικής αρθρίτιδας (γνωστή ως “ποδάγρα”, αλλά και “νόσος των βασιλέων” ή “νόσος των πλουσίων”) και καταφέρνει να καταπραΰνει τον πόνο της με εκχυλίσματα βοτάνων που μάζεψε στο δάσος.

Καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις και τα ζητήματα του κράτους δεσμεύουν όλο το χρόνο της Σάρα και δεν μπορεί να συναντάται συχνά με τη Βασίλισσα, η φιλόδοξη Άμπιγκεϊλ δράττει την ευκαιρία να “κλέψει” τη θέση, τόσο στην καρδιά, όσο και στην κρεβατοκάμαρα της Βασίλισσας. Γεγονός που γεννά την αντιζηλία μεταξύ των δυο εξαδέλφων. Η φιλοδοξία της, σε συνδυασμό με την εύνοια της βασίλισσας, οδηγεί την Άμπιγκεϊλ να γίνει πρώτη κυρία των τιμών στο παλάτι, παρά τις προσπάθειες της Σάρα να απομακρύνει την ξαδέλφη της και να αναθερμάνει τις σχέσεις της με την Βασίλισσα.

Στην τρίτη αγγλόφωνη ταινία του Έλληνα δημιουργού «The Favourite» («Η Ευνοούμενη») συναντάμε τα εξής καινοτόμα (σε σχέση με τις προηγούμενες ταινίες του) στοιχεία:

  1. Το Σενάριο δεν είναι πλέον του Ευθύμη Φιλίππου, όπως σε όλες τις προηγούμενες, αλλά των Ντέμπορα Ντέιβις και Τόνι ΜακΝαμάρα.
  2. Το αναγνωρισμένο ιδιόρρυθμο κινηματογραφικό σύμπαν του (προφανώς για τον προηγούμενο λόγο) αποτινάσσεται και δίνει τη θέση του -για πρώτη φορά- σε μαύρη κωμωδία εποχής.
  3. Η μέχρι πρότινος γνωστή θεματική του (βιτριολικός σχολιασμός της σύγχρονης κοινωνίας) κάνει στροφή προς καθαρά σεξουαλικό περιεχόμενο (αφορά ένα λεσβιακό ερωτικό τρίγωνο).

Το σκανδαλιάρικο αυτό δράμα εποχής βασίζεται στην αληθινή ιστορία της καταθλιπτικής και ευάλωτης συναισθηματικά Βασίλισσας Άννα, τελευταίας της δυναστείας των Στιούαρτ που ήταν βασίλισσα της Αγγλίας, της Σκωτίας και της Ιρλανδίας. Αν και ασθενής, χρίστηκε Μονάρχης τον καιρό που η Μεγάλη Βρετανία αποτελούσε παγκόσμια δύναμη. Ο Λάνθιμος δημιουργεί ένα ξεχωριστό σύμπαν για την ιστορία του μέσα από τη σχέση της Άννας με δύο άλλες γυναίκες: Τη σύμβουλο και επιστήθια φίλη της Σάρα, Δούκισσα του Μάρλμπορο, πρώτη κυρία των αυλών της, τη μόνη που μπορούσε να την κατευνάσει. Και την ξαδέρφη της Άμπιγκεϊλ, μια απένταρη γυναίκα χωρίς τίτλο ευγένειας, αδίστακτη να χρησιμοποιήσει ψέματα, σεξ και χειραγώγηση, προκειμένου να αναρριχηθεί στη σκάλα της εξουσίας, που έβλεπε τη Βασίλισσα ως ένα παράθυρο ευκαιρίας.

Αυτό που ενδιαφέρει κυρίως τον σκηνοθέτη είναι οι τρεις κεντρικοί χαρακτήρες, η εξουσία τους, οι εύθραυστες σχέσεις τους και το πώς οι συμπεριφορές τόσο λίγων ανθρώπων μπορούν να αλλάξουν τον ρου ενός πολέμου και τη μοίρα μιας χώρας. Μέσα από την ερωτική μαύρη κωμωδία εποχής φωτίζει τις δραματικές και σκοτεινές πτυχές της Ιστορίας, προβάλλει τα κρυφά πάθη και τον ανταγωνισμό των τριών γυναικών και ξεδιπλώνει διαχρονικά θέματα όπως η αγάπη, ο ανταγωνισμός, η εξουσία και τα συναισθήματα. Είναι, πράγματι, εντυπωσιακό το γεγονός ότι σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο τρεις γυναίκες με ισχύ βρίσκονται αντίπαλες στην εξουσία και στην αγάπη, κατέχοντας αμφίσημους ρόλους εξουσίας, επιβίωσης και θηλυκής αντιδικίας. Το τρίο των γυναικών θυμίζει το «All About Eve».

Το story αυτής της παραμορφωμένης καυστικής ματιάς στην ιστορία της Βασίλισσας της Μεγάλης Βρετανίας, αλλά ταυτόχρονα και της σαρκαστικής διατριβής στη γυναικεία ψυχοσύνθεση γράφτηκε αρχικά ως ραδιοφωνικό έργο το 1998 από τη σχετικά άγνωστη Ντέμπορα Ντέιβις (στην ταινία πιστώνεται ως συγγραφέας και εκτελεστικός παραγωγός). Αναπτύχθηκε μερικώς από τον παραγωγό Σίσι Ντέμπσι, ο οποίος στη συνέχεια έδωσε το έργο στους Εντ Γκουίνι και Άντριου Λόου. Οι Ντέμπσι, Γκουίνι και Λόου είχαν εντυπωσιαστεί από τον «Κυνόδοντα» του αναδυόμενου -τότε- Έλληνα σκηνοθέτη και του πρότειναν να αναλάβει τη σκηνοθεσία, αναζητώντας παράλληλα χρηματοδότη. Επειδή τα τελευταία χρόνια οι ταινίες με LGBT θεματολογία βρίσκουν όλο και περισσότερη οικονομική υποστήριξη, κατάφεραν μέχρι το 2013 να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή αρκετών εταιρειών.

Διαβάστε   Το δίλημμα της Κοπεγχάγης: καρχαρίας ή σταύρωση;

Εκείνο που προσέλκυσε τον Λάνθιμο ήταν η απόλυτη τρέλα που άφησαν αυτοί οι χαρακτήρες και η πάρα πολύ παρακμιακή περίοδος της ιστορίας. Η ζωή ήταν ακραία πολωμένη: οι φτωχοί λιμοκτονούσαν και οι πλούσιοι ζούσαν στη χλιδή. Ο σκηνοθέτης ξεκίνησε να συνεργάζεται με τον σεναριογράφο Τόνι ΜακΝαμάρα για να προσαρμόσει το σενάριο της Ντέιβις, αποφεύγοντας την εστίαση σε ιστορικά γεγονότα και στην πολιτική, αλλά επικεντρώνοντάς το στη δύναμη που προσέλκυαν οι τρεις γυναίκες. Μετά από περίπου δύο δεκαετίες σχεδίασης, το φιλμ γυρίστηκε τελικά μέσα σε διάστημα σαράντα ημερών στην αυθεντική απεραντοσύνη του Hatfield House στο Hertfordshire, στην εξοχή του Ηνωμένου Βασιλείου και στο Hampton Court στο Richmond, στο νοτιοδυτικό Λονδίνο, με τα πλούσια έπιπλα, τις υπέροχες φορεσιές και τις αξιοσημείωτες περούκες.

Σε σύγκριση με τις περιπλοκότερες προηγούμενες δημιουργίες του, η «Ευνοούμενη» μοιάζει απλή. Απεικονίζει τη σεξουαλική αντιπαλότητα μεταξύ δύο γυναικών στις αρχές του 18ου αιώνα, καθώς μάχονται για την αγάπη της δύστροπης Βασίλισσας και διαδραματίζεται σε έναν αναγνωρίσιμο κόσμο. Παρόλη την απλοϊκή όμως ιστορία, ο σκηνοθέτης δεν παραλείπει να επιδείξει στην τελευταία σκηνή της ταινίας την περιπλοκότητα της αφήγησής του γεφυρώνοντας έτσι το προηγούμενο έργο του με αυτό, βάζοντας την υπογραφή του στον ψυχολογικό τρόμο. Η Βασίλισσα Άννα στέκεται όρθια και εξαναγκάζει με επιτακτικό τρόπο την Άμπιγκεϊλ να τρίβει τα πόδια της, κρατώντας σφιχτά τα μαλλιά της για να στηρίζεται, αναγκάζοντας με αυτόν τον τρόπο την Άμπιγκεϊλ να βρίσκεται γονατιστή.

Το μήνυμα είναι σαφές: οι κλίμακες έχουν πέσει. Η Άννα ξέρει ότι η Άμπιγκεϊλ υποκρίνεται συναισθηματικά, αλλά είναι πολύ αδύναμη για να την απωθήσει από δίπλα της. Αλλά και η Άμπιγκεϊλ αναγνωρίζει πως η ύπαρξή της εξαρτάται από τη Βασίλισσα. Είναι μια Πύρρειος νίκη για τη Βασίλισσα που πίστευε στην αθωότητα και γλυκύτητα της Άμπιγκεϊλ, σε αντίθεση με την πονηριά της Σάρα. Αν μάλιστα το δούμε αντικειμενικά, νικήτρια ουσιαστικά είναι η Σάρα, αφού παραμένει εκτός παλατιού μεν, αλλά ελεύθερη από τις ίντριγκες και τις παλατιανές συνωμοσίες. Η διακαής επιθυμία της Βασίλισσας για άνευ όρων αγάπη που θα εξισορροπούσε την αγάπη των παιδιών που έχασε, την οδήγησε να απορρίψει το μοναδικό άτομο που νοιαζόταν πραγματικά γι’ αυτήν, μένοντας μόνη με τα κουνέλια.

Καθώς η Άννα λοιπόν ακουμπά το χέρι της στα μαλλιά της Άμπιγκεϊλ και τα σφίγγει τόσο, ώστε να την πονά, ο Λάνθιμος μιξάρει τα πρόσωπα των δύο γυναικών το ένα μέσα στο άλλο εγκλωβίζοντάς τα στην κόλαση που μόνες τους έχτισαν με υλικά την απάτη και την απληστία. Δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο στην εικόνα αυτήν προσθέτονται τα κουνέλια μέχρι το τελικό fade out. Τα κουνέλια, φυσικά, αντιπροσωπεύουν τα νεκρά παιδιά της βασίλισσας. Ένα για κάθε ένα από τα δεκαεπτά που έχασε. Υπονοούν, όμως, πολύ περισσότερα από αυτό.

Η Σάρα από την αρχή επέκρινε τα κουνέλια ως συναισθηματικά και μακάβρια. Η Άμπιγκεϊλ, από τη μεριά της, τα χρησιμοποίησε για να πλησιάσει τη Βασίλισσα. Κατά μία έννοια, η Άμπιγκεϊλ μοιάζει με κουνέλι: όμορφο, χαρισματικό και αβλαβές αρχικά, αλλά κατοικίδιο, εγκλωβισμένο και αβοήθητο τελικά. Τα ανωτέρω έρχεται να επιβεβαιώσει μια πρωθύστερη σκηνή, κατά την οποία η Σάρα ρωτάει την Άμπιγκεϊλ: “Πιστεύεις πραγματικά ότι έχεις κερδίσει, έτσι δεν είναι;”, κατανοώντας ότι στη μάχη τους το έπαθλο για τη νικήτρια θα είναι βαρύ. Κάτι που αντιλαμβάνεται η Άμπιγκεϊλ στην τελική σκηνή που προανέφερα. Γονυπετής, σε θέση υποταγής, συνειδητοποιεί τη μειονεκτική θέση στην οποία πλέον βρίσκεται.

Ο σκηνοθέτης δούλεψε δοκιμαστικά τρεις εβδομάδες του με το κύριο cast, για να ανακαλύψει την υφή της κίνησης που θα χρησιμοποιούσε. Οι ηθοποιοί έπρεπε να είναι πολύ κοντά στην κάμερα ευρείας γωνίας, για να απεικονίζεται ο περιβάλλων χώρος. Διαφορετικά, θα φαίνονταν μικροσκοπικοί στο κάδρο μιας στατικής κάμερας. Επιπρόσθετα, η χρήση των ευρυγώνιων φακών έχει τεράστια σημασία. Απεικονίζει τη μοναχικότητα αυτών των ισχυρών ανθρώπων μέσα στα τεράστια υπνοδωμάτια και τους κήπους. Οι τεράστιοι αυτοί χώροι γίνονται εξολοκλήρου ορατοί, ακόμη μεγαλύτεροι και πιο διαστρεβλωμένοι. Η αντιπαραβολή τους με κοντινά πλάνα των ηρώων επαυξάνει τη μοναχικότητά τους. Οι τρεις γυναίκες, που έχουν βυθιστεί σε μια περίπλοκη σχέση, είναι παγιδευμένες σε αυτά τα τεράστια δωμάτια.

Το παλάτι έμοιαζε σαν ένα στούντιο φωτογράφου με φυσική πηγή. Επειδή οι ανάγκες του φιλμ απαιτούσαν σταθερό κάδρο, οι εικόνες έπρεπε να είναι εκφραστικές και υποβλητικές. Γι’ αυτό στα γυρίσματα, μαζί με τον Διευθυντή Φωτογραφίας Ρόμπι Ράιαν, προτίμησαν να γυρίσουν σε αναλογικό φιλμ, όπου η δομή των κόκκων επηρεάζει το χρώμα, το φως και τη σκιά με μεγαλύτερο πλούτο και βάθος. Αποφάσισαν τη χρήση πολύ ευρέων φακών, με περίεργες γωνίες και παραμορφώσεις, κίνηση της κάμερας, φυσικό φως ή φως κεριών τη νύχτα. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν ιδιότυπες κινήσεις κάμερας που προσέδωσαν στην κίνηση δυναμικότητα και ταχύτητα.

Διαβάστε   Απάτη σαν σινεμά…

Ο Ράιαν χρησιμοποίησε τον φακό των 35mm για να εκπέμψει μια ζεστασιά, αλλά γύρισε τις σκηνές στο παλάτι με ευρυγώνιους φακούς. Βασίστηκε στον εξαιρετικά ευρύ φακό των 10mm, δίνοντας διακριτική βελούδινη αίσθηση κίνησης, φυσική και βυθιστική. Η κίνηση της μηχανής προσέδωσε την αίσθηση ενός άλλου χαρακτήρα, μοιάζει λίγο παρατηρητική. Ο ευρυγώνιος των 10mm οριοθετεί αυτήν την αισθητική, γιατί έχει διπλή υπόσταση: παρουσιάζει ολόκληρο το δωμάτιο και ταυτόχρονα εγκλωβίζει τον μικρού μεγέθους χαρακτήρα σε ένα μικρό χώρο. Κατά διαστήματα ο Ράιαν επέλεξε να αποκλίνει από αυτόν τον φακό χρησιμοποιώντας τον fish-eye των 6mm για τη δημιουργία αισθητής παραμόρφωσης, την οποία ο Λάνθιμος χειρίζεται ως voice over. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει μια διαφορετικότητα σε ταινία εποχής δημιουργώντας παράλληλα φυσικότητα όλων των χαρακτήρων κατά την κίνησή τους μέσα στο χώρο και κλειστοφοβικό συναίσθημα.

Σε μια ταινία εποχής το μεγάλο στοίχημα αποτελούν τα Σκηνικά και τα Κοστούμια. Σημαντικό ατού της ταινίας ήταν η επιμέλεια των κοστουμιών από την ενδυματολόγο Σάντι Πάουελ. Με εμπειρία σε ταινίες εποχής («The Other Boleyn Girl» (2008), «The Young Victoria» (2009), «Shakespeare Ιn Love» (1998) και το φετινό «Mary Poppins Returns») κατάφερε να απεικονίσει τη στιλιστική μεγαλομανία της εποχής και να συντονίσει τα κοστούμια στον σαρκαστικό τόνο των ιδιαίτερων χαρακτήρων της ταινίας. Τα κοστούμια δημιουργήθηκαν από το μηδέν, καθώς δεν υπήρχαν ρούχα από την εποχή βασιλείας της Βασίλισσας Άννας. Επειδή το μπάτζετ ήταν χαμηλό δημιουργήθηκαν με έξυπνο τρόπο, ώστε να φαίνονται περίτεχνα, ενώ τα διακοσμητικά στα κοστούμια ήταν κολλημένα. Υπήρχε μια ελευθερία στην κατασκευή τους, αφού δεν επρόκειτο για μια συμβατική ιστορική ταινία και επομένως τα κοστούμια δεν απαιτούσαν ιστορική ακρίβεια εποχής. Για παράδειγμα, οι στολές των υπηρετριών δημιουργήθηκαν από τζιν Denim. Επίσης, κανένα κόσμημα δεν είχε πολύτιμες πέτρες. Τα στέμματα και οι αλυσίδες ήταν χειροποίητα και τα περισσότερα με faux πέρλες. Τέλος, η μάσκα που φορά η Λαίδη Σάρα, για να είναι όμορφη και απειλητική χρησιμοποίησαν λωρίδες βινίλ παραπέμποντας στο «Φάντασμα της Όπερας».

Οι ταινίες του Λάνθιμου είναι πολωτικές και αγγίζουν τα όρια του μαύρου χιούμορ με ένα ιδιαίτερο, προσωπικό κινηματογραφικό ύφος. Η αποδοχή τους έγκειται στο μάτι του θεατή και όπως γνωρίζουμε οι ταινίες έχουν πολλούς, διαφορετικούς θεατές. Η εσωτερική συνοχή στις ταινίες του προέρχεται από μια βαθιά προσωπική κινηματογραφική φιλοσοφία. Σημείο πολύ σημαντικό για κάθε σκηνοθέτη που επιδιώκει να παρουσιάσει μια μοναδική κινηματογραφική φωνή.

Ξεκίνησε τη δεκαετία του 1990 σκηνοθετώντας βίντεο κλιπ (Βανδή, Ρουβά, Κυρμιζή), θεατρικές παραστάσεις και τηλεοπτικές διαφημίσεις (ποιος δε θυμάται το “Πουτ δε κοτ ντάουν σλόουλι”), ενώ ήταν μέλος της δημιουργικής ομάδας που σχεδίασε την έναρξη και τη λήξη των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας το 2004. Συνέχισε τη δεκαετία του 2000 με τον κινηματογράφο καθορίζοντας απόλυτα με το σκηνοθετικό του στιλ το λεγόμενο “Greek Weird Wave”. Από το ντεμπούτο του στο ελαχίστου προϋπολογισμού «Κινέτα» του 2005, με μια φορητή κάμερα να παρακολουθεί τη δράση των τριών πρωταγωνιστών του παρουσιάστηκε το μετέπειτα κυρίαρχο χαρακτηριστικό του: ένα βαθύ ενδιαφέρον για τη σωματικότητα και την κίνηση. Ταυτόχρονα, διαπιστώθηκε ότι οι σουρεαλιστικές αφηγήσεις και η σκοτεινή αίσθηση του χιούμορ του είναι ικανές να προκαλέσουν πόλωση στους θεατές.

Χαλαρώνοντας την ακαμψία της συνήθους προσέγγισής του επέτρεψε στο «The Favourite» μια παραχώρηση στο συμβατικό, ανοίγοντας το δρόμο προς ένα ευρύτερο κινηματογραφικό ακροατήριο. Το φιλμ έχει εκλεκτικές συγγένειες με το «Barry Lyndon» του Κιούμπρικ. Απεικονίζει τη γυναικεία εξουσία, όπου οι συναισθηματικοί και σεξουαλικοί δεσμοί των γυναικών μετακινούν τα γρανάζια της ιστορίας και τις πολιτικές στρατηγικές των ανδρών αποδεικνύει την ματαιότητα των ραδιουργιών και την αλλοτρίωση της εξουσίας που οδηγεί στην ανθρώπινη απαξίωση και μοναξιά. Η διάνθιση της ταινίας με τις παράξενες αθλητικές χορευτικές φιγούρες, τους αγώνες με τις πάπιες, τη ρίψη πορτοκαλιών στον χοντρούλη λακέ και την παρουσία των κουνελιών στα κλουβιά τη μεταλλάσσουν σε μια τελείως διαφορετική ζώνη ποιητικής παραδοξότητας. Η μεγάλη σκηνή του Μάσαμ και της Άμπιγκεϊλ που αλληλοκτυπιούνται στο δάσος αποτελούν φόρο τιμής στον Αλέξη Δαμιανό και στην ταινία του «Ευδοκία», που γυρίστηκε το 1971 και κέρδισε βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπου το ζευγάρι κτυπά ο ένας τον άλλο σε μια παραλία.

Διαβάστε   Όσκαρ 2019: ήταν η βραδιά του Αλφόνσο Κουαρόν και των... Queen-απογοήτευση για Λάνθιμο

Πέρα από τις 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ σε όλες τις βασικές κατηγορίες, έχει κερδίσει μέχρι στιγμής:

  • Χρυσή Σφαίρα Α΄ Γυναικείου Ρόλου
  • Αργυρό Λέοντα (Μεγάλο Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής) και Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας (στο 75ο Φεστιβάλ Βενετίας)
  • 10 βραβεία στην απονομή των Βρετανικών Βραβείων Ανεξάρτητου Κινηματογράφου, αριθμός ρεκόρ για το θεσμό, μεταξύ των οποίων Καλύτερης Ανεξάρτητης Βρετανικής ταινίας, Σκηνοθεσίας και Α΄ Γυναικείου Ρόλου.
  • 12 υποψηφιότητες για BAFTA (Βρετανική Ακαδημία Κινηματογράφου και Τηλεόρασης).

Με το «The Favourite» έγραψε ιστορία ως ο τρίτος Έλληνας σκηνοθέτης που προτείνεται για Όσκαρ, ενώ ο 65χρονος Γιώργος Μαυροψαρίδης (μόνιμος συνεργάτης του Λάνθιμου, που έχει συνεργαστεί με πολλούς άλλους διακεκριμένους Έλληνες σκηνοθέτες) ως ο πρώτος μοντέρ που καταφέρνει κάτι αντίστοιχο. Είναι το 19ο φιλμ στην ιστορία του θεσμού των Όσκαρ που συγκέντρωσε τρεις (ή περισσότερες) υποψηφιότητες για γυναικείους ρόλους! Οι προηγούμενες ταινίες που το είχαν καταφέρει είναι οι: «Gone With The Wind» (1939), «The Little Foxes» (1941), «Mrs. Miniver» (1942), «The Song Of Bernadette» (1943), «Mildred Pierce» (1945), «Gentleman’s Agreement» (1947), «I Remember Mama» (1948), «Come To The Stable» (1949), «Pinky» (1949), «All About Eve» (1950), «The Bad Seed» (1956), «Peyton Place» (1957), «Tom Jones» (1963), «The Turning Point» (1977), «The Color Purple» (1985), «Working Girl» (1988), «Chicago» (2002), «Doubt» (2008) και «The Help» (2011). Η μόνη ταινία που ήταν υποψήφια για 4 γυναικείους ρόλους είναι το «All About Eve» του Τζόζεφ Μάνκιεβιτς: Α΄ Γυναικείος για τις Αν Μπάξτερ και Μπέτι Ντέιβις και Β΄ Γυναικείος για τις Σελέστ Χολμ και Θέλμα Ρίτερ. Και δεν κέρδισε κανένα από τα τέσσερα, αν και συνολικά απέσπασε έξι Όσκαρ, μεταξύ των οποίων ταινίας, σκηνοθεσίας και Α΄ Ανδρικού για τον Τζορτζ Σάντερς.

Ο 45χρονος Λάνθιμος είναι ο τρίτος Έλληνας που διεκδικεί το Όσκαρ, μετά τους Μιχάλη Κακογιάννη με τον «Ζορμπά» (1964) και Κώστα Γαβρά με το «Z» (1969) (και οι δυο σε διεθνείς παραγωγές χωρίς όμως να κερδίσουν κάτι). Υπήρξαν βέβαια και άλλοι σκηνοθέτες με ελληνική καταγωγή που βρέθηκαν υποψήφιοι, όπως ο Ελία Καζάν (κέρδισε για τις ταινίες του «On The Waterfront» το 1954 και «Gentleman’s Agreement» το 1947, ενώ ήταν υποψήφιος για τις ταινίες «A Streetcar Named Desire» το 1951, «East Of Eden» το 1955 και «America America» το 1963), ο Τζον Κασαβέτης (υποψήφιος για το «Α Woman Under The Influence» το 1974), ο Αλεξάντερ Πέιν (υποψήφιος για τις ταινίες «Sideways» το 2004, «The Descendants» το 2011 και «Nebraska» το 2013) και ο Τζορτζ Μίλερ (υποψήφιος για το «Mad Max: Fury Road» του 2015).

Προσωπικά θεωρώ ότι η μικρότερη φιλμική διάρκεια θα βοηθούσε να αποφευχθεί η άσκοπη φλυαρία, κάποιες σκηνές (όπως μέσα στην άμαξα όταν η Άμπιγκεϊλ ταξιδεύει προς το παλάτι) θα μπορούσαν να κοπούν στο μοντάζ, γιατί προσδίδουν στην ταινία στοιχεία queer cinema που δεν τα χρειάζεται, οι δέκα υποψηφιότητες δείχνουν υπερβολή από μέρους της Ακαδημίας Κινηματογράφου και η μεταφορά της στη σύγχρονη εποχή (η Άννα να ήταν η μεγαλομέτοχος ενός πολυεθνικούς κολοσσού με ακριβώς στους αντίστοιχους ρόλους η Σάρα και η Άμπιγκεϊλ) θα πρόσθετε -για μένα- μεγαλύτερη δυναμική.

Η 91η τελετή απονομής των βραβείων Όσκαρ πραγματοποιείται την Κυριακή 24 Φεβρουαρίου στο Dolby Theatre του Χόλιγουντ. Τα μάτια όλων των Ελλήνων θα είναι στραμμένα εκείνη τη βραδιά πάνω στον Λάνθιμο. Του ευχόμαστε ολόψυχα “καλή επιτυχία”.

 

 

Η Ευνοούμενη (The Favourite)

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λάνθιμος

Ηθοποιοί: Ολίβια Κόλμαν, Ρέιτσελ Βάις, Έμα Στόουν, Νίκολας Χουλτ, Τζο Άλγουιν

Διάρκεια: 120΄

 

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα (σχετικά) έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.