“Burning”: ένα μαγευτικό αίνιγμα, μία βραδυφλεγής τραγωδία…

Του Γιάννη Τοτονίδη

O Χαρούκι Μουρακάμι είναι δημοφιλής σύγχρονος Ιάπωνας συγγραφέας και μεταφραστής. Από την παιδική του ηλικία επηρεάστηκε βαθιά από τη Δυτική κουλτούρα, ιδίως από τη δυτική μουσική και λογοτεχνία. Μεγάλωσε διαβάζοντας μια σειρά από έργα Αμερικάνων συγγραφέων, όπως ο Κουρτ Βόνεγκατ και ο Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Ένα από τα έργα του που ξεχωρίζουν είναι “Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται” με δεκαεπτά μοναδικές, ανατρεπτικές, συναρπαστικές, ονειρικές ιστορίες. Ο Μουρακάμι σκιαγραφεί έναν κόσμο όπου η καθημερινότητα διαποτίζεται από μια παράδοξη αύρα σουρεαλισμού: το Αποτέλεσμα μπορεί να προηγείται της Αιτίας και μαζί να αλληλοαναιρούνται, Μνήμη και Ψευδαίσθηση αλλάζουν το σχήμα της στιγμής, οι πιο κοινότοπες Σκέψεις και Δράσεις οδηγούν στις πιο απροσδόκητες αποκαλύψει και εξελίξεις. Ανάμεσα στους παράξενους τίτλους του βιβλίου συναντάμε το διήγημα “Ο Αχυρώνας Φλέγεται” που είναι εμπνευσμένο από τον Αμερικανό συγγραφέα Oυίλιαμ Φόκνερ.

Το διήγημα του Φόκνερ δημοσιεύτηκε το 1939 και είναι ένα από τα αρτιότερα και τα πιο συχνά ανθολογημένα διηγήματά του. Η πλοκή του δεν έχει την παραμικρή σχέση με το ομότιτλο του Μουρακάμι: αναπτύσσεται γύρω από το εναγώνιο δίλημμα ενός δεκάχρονου αγοριού, που υποχρεώνεται να επιλέξει ανάμεσα στην υποταγή στον βίαιο πατέρα του και στην επώδυνη χειραφέτηση. Στον καμβά του διηγήματος συνυφαίνονται με πολλή τέχνη και άλλα θέματα: οι ταξικές και φυλετικές ανισότητες στον αμερικανικό Νότο την περίοδο της Ανασυγκρότησης, ο ρατσισμός που διαποτίζει τις κοινωνικές σχέσεις, οι συνθήκες διαβίωσης των αγροτών, καθώς και το πώς αυτές τροφοδοτούν το μίσος διαιωνίζοντας τον κύκλο της βίας. Ο “Αχυρώνας”, εκτός από μια κλασική ιστορία ενηλικίωσης, αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα αυτής της σύγκρουσης που διατρέχει ολόκληρο το έργο του Φόκνερ.

“Ένας κόσμος

που καταλαβαίνουμε

ότι είναι λάθος, ωστόσο,

δεν μπορούμε να δείξουμε

με το δάχτυλο αυτό το λάθος”

Λι Τσανγκ–Ντογκ

Από το διήγημα του Μουρακάμι εμπνέεται με τη σειρά του ο Νοτιοκορεάτης Λι Τσανγκ–Ντογκ συνθέτοντας ένα εικαστικό φιλμ με εξαίρετες εικόνες, μυστήριο, αγάπη και Αμερικάνικη ψυχή. Στο παρανοϊκό σύμπαν του τα πάντα αποτελούν μια επιδέξια παραπλάνηση και αμφισβήτηση. Ήρωές του είναι τρεις χαρακτήρες: ο Λι Γιονγκ–Σου που θέλει να γίνει συγγραφέας, αλλά δεν έχει καταφέρει ακόμη να γράψει κάτι και συντηρείται κάνοντας προσωρινές δουλειές, η Σιν Χάε–Μι, παλιά συμμαθήτριά του την οποία ερωτεύεται και ο πλούσιος μυστηριώδης νεαρός Μπεν με την εμμονική τάση να πυρπολεί εγκαταλελειμμένα θερμοκήπια. Οι τρεις τους εμπλέκονται σε ένα ερωτικό τρίγωνο, όπου το “φαίνεσθαι” και το “είναι” διακρίνονται αμυδρά, ρίχνοντας το ένα τη σκιά του πάνω στο άλλο.

Στην έκτη μεγάλου μήκους δημιουργία του συναντάμε ένα μαγευτικό αίνιγμα, μία βραδυφλεγή τραγωδία που διασπάται σε τρία μέρη, ισάριθμα με τους χαρακτήρες της, όπου εναλλάσσονται τα κινηματογραφικά είδη και το αφηγηματικό ύφος: ρομαντική ιστορία ανάμεσα στον φιλόδοξο συγγραφέα που δεν έχει “συλλάβει” ακόμη το θέμα του και την παλιά του γειτόνισσα που δουλεύει ως χορεύτρια προωθώντας διαφημιστικά είδη. Ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στον συγγραφέα, στην κοπέλα που επιστρέφει από το ταξίδι της στην Αφρική και στον πλούσιο νέο που γνώρισε εκεί. Ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου και αστυνομικό νουάρ, όταν η κοπέλα εξαφανίζεται και ο πρώην υποπτεύεται τον νυν.

Διαβάστε   Cannes 2018: ο Κορεάτης auteur Lee Chang-dong επιστρέφει στις Κάννες…

Η αλήθεια είναι πως δύσκολα οπτικοποιούνται τα διηγήματα του Μουρακάμι, λόγω της ιδιαίτερης λογοτεχνικής αφήγησης, των πολλών αναπάντητων ερωτήσεων και του ασαφούς τέλους που τα διέπουν. Στη συγκεκριμένη ιστορία του περιλαμβάνεται μόνο ένα μικρό μυστήριο, κατά πόσο και γιατί ο αχυρώνας καίγεται ή πού είναι το κορίτσι. Επίσης δεν υπάρχει τέλος. Παρόλα αυτά, όμως, ο σκηνοθέτης –πρώην συγγραφέας που στράφηκε στη σκηνοθεσία μετά την πτώση της δικτατορίας στη Νότια Κορέα και έχει διατελέσει υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού της χώρας από το 2003 έως το 2004– ανακαλύπτει έναν ιδιότυπο κόσμο στις ομιχλώδεις σελίδες του Ιάπωνα συγγραφέα και δημιουργεί μία ξεχωριστή ταινία με υποβλητική ατμόσφαιρα για την ερωτική εμμονή και τα όρια μεταξύ Φαντασίας και Πραγματικότητας. Οι γρίφοι δεσπόζουν στον φιλμικό σκελετό παίζοντας με το μυαλό του θεατή που αναζητά να δώσει τις όποιες απαντήσεις. Όσα βλέπουμε μοιάζουν αληθινά, αλλά δεν ξέρουμε αν είναι. Άλλες φορές, όσα βλέπουμε μοιάζουν ανυπόστατα, αλλά –πάλι– δεν ξέρουμε αν είναι.

Η εξαφάνιση της κοπέλας, τα περίεργα τηλέφωνα χωρίς να ακούγεται μια λέξη, η πτώση –ή όχι;– της κοπέλας στο πηγάδι όταν ήταν μικρή και η οντότητα της γάτας αποτελούν δανεικά στοιχεία από άλλα μυθιστορήματα του συγγραφέα, ενώ αυξάνουν την ένταση του μυστηρίου. Παράλληλα, μετακυλώντας από είδος σε είδος και από ύφος σε ύφος, σχολιάζονται πολλά θέματα, όπως η ταξική διαφορά, η προπαγάνδα της Βόρειας Κορέας, η εμμονική επιθυμία, οι οικογενειακές σχέσεις, το κατά πόσο τα επιθετικά γονίδια είναι επίκτητα ή έμφυτα…

Το ανθρωποκεντρικό σινεμά του σκηνοθέτη αναπτύσσεται αργά και νωχελικά, ενώ με απέριττη δεξιοτεχνία στην εξαπάτηση εμφωλεύεται ένα ατελείωτο παιχνίδι με το μυαλό βοηθούμενο από ένα καθηλωτικό σενάριο. Τα ερωτήματα προβάλλονται αέναα αυξάνοντας τις συναισθηματικές εκρήξεις και την ένταση, προκαλώντας ανασφάλεια, αμφισημία και πλασματική “Πραγματικότητα”. Με διακριτικό τρόπο ο Τσανγκ–Ντογκ εισβάλλει στην άκαμπτη καθημερινότητα μπολιάζοντας το δημιούργημά του με αλλόκοτη ομορφιά.

Διαβάστε   Παρθένα μεν, υπάκουη πόρνη δε...

Αξιοποιώντας τις εναλλαγές του φωτός με την ατμοσφαιρική φωτογραφία του Χονγκ Κιούνγκ–Πίο αντανακλά την ψυχολογική ταραχή του πρωταγωνιστή, με τις σκηνές εμπρησμού προκαλεί ρίγη, ενώ μεταβάλλει τον τρόπο κινηματογράφησης: το ολοκάθαρο τοπίο θαμπώνει πλέον από την ομίχλη, ενώ η στατική κάμερα κινείται όλο και περισσότερο. Η μουσική υφέρπει νωχελικά και, αντίστοιχα με τα σημεία στίξης, τονίζει θεματικά τη σιβυλλική ατμόσφαιρα και την αγωνία. Οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών είναι αψεγάδιαστες υποστηρίζοντας κατά κόρον αυτό το εύφλεκτο δράμα να αναπτύξει αυτάρεσκα τις ψυχοσυναισθηματικές συνισταμένες του και να εμπλουτίσει τον γραμμικό ιστό του με γόνιμο λυρισμό.

Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη “Η σεκάνς που οι τρεις πρωταγωνιστές καπνίζουν στο ηλιοβασίλεμα δεν είναι απλά η ομορφότερη της ταινίας, αλλά και το κλειδί σε όλη της την ανάγνωση. Βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά του φιλμ, ισορροπεί ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι, το μεταφυσικό και το ρεαλιστικό, με ανθρώπους–φαντάσματα να αφήνονται για πρώτη και μοναδική φορά σε όλο το φιλμ να νιώσουν, να αισθανθούν, να υπάρξουν ακριβώς με τους όρους που επιθυμούν”.

Σύμφωνα με τον γράφοντα, το κλειδί κατανόησης της αμφίσημης ταινίας είναι η σκηνή μόλις ένα δεκάλεπτο πριν το τέλος της, ακριβώς μετά την ονείρωξη του Γιονγκ–Σου. Βλέπουμε τον επίδοξο συγγραφέα, για πρώτη φορά σε ολόκληρη την ταινία, να βρίσκεται μπροστά στο laptop του και να πληκτρολογεί γράφοντας –προφανώς– το μυθιστόρημά του. Εκεί διαφαίνεται ότι όλα όσα παρακολουθήσαμε αποτελούν υλικό της ιστορίας του. Αυτήν την άποψη ενισχύει το γεγονός ότι ο νεαρός βρίσκεται μέσα στο διαμέρισμα που μέχρι εκείνη τη στιγμή γνωρίζαμε ότι νοίκιαζε η  Σιν Χάε–Μι. Σε προηγούμενη σκηνή είδαμε τον Γιονγκ–Σου να προσπαθεί να μπει για να ταΐσει τη γάτα της εξαφανισμένης κοπέλας, χωρίς να το επιτυγχάνει, επειδή άλλαξε ο κωδικός και του άνοιξε η ίδια η σπιτονοικοκυρά. Άρα, αποκλείεται ο συγγραφέας να μπήκε λαθραία. Επομένως, αυτό ήταν το διαμέρισμά του, όπου εμπνεύστηκε το πρώτο του μυθιστόρημα. Όσο για το συγκλονιστικό –μάλλον σοκαριστικό– τέλος, η σκηνή είναι συμβολική. Με τον τρόπο αυτό ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι ο συγγραφέας – ήρωάς του “καίει” με τη σειρά του τον δικό του ήρωα, αφού πλέον έχει ολοκληρώσει το έργο του. Ή μήπως δεν είναι έτσι και η άποψη αυτή τοποθετείται στη λίστα τόσων άλλων;

Διαβάστε   Ελία Καζάν: Ήμουν ανώτερος ακόμα και από τους κομμουνιστές...

Η ταινία απέσπασε το Βραβείο FIPRESCI στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Κανών 2018 και βρίσκεται στις εννέα τελικές υποψηφιότητες για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Από το θόρυβο και μόνο που έχει προκαλέσει θεωρώ πως πρέπει να κάνετε τον κόπο να τη δείτε. Άλλωστε, είναι μία από τις ελάχιστες ταινίες που ξεχωρίζουν φέτος!

 

 

Το Παιχνίδι με τη Φωτιά (Burning)

Σκηνοθεσία: Λι Τσανγκ–Ντογκ

Ηθοποιοί: Στίβεν Γέουν, Αχ–Ιν Γιου, Γιονγκ–Σέο Γιουν

Διάρκεια: 148΄

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα (σχετικά) έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.