Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: η …ρηχή «Κατάποση» της πατριαρχίας

Του Δημήτρη Αλέτρα (αποστολή στη Θεσσαλονίκη)

Η Χάντερ είναι μια νεαρή έγκυος γυναίκα, που ζει μια -φαινομενικά- ιδανική ζωή με τον -φαινομενικά- αψεγάδιαστο σύζυγο της, Ρίτσι. Σταδιακά, καταλαμβάνεται από την ανεξήγητη ορμή να καταβροχθίζει μη βρώσιμα αντικείμενα, θέτοντας σε κίνδυνο τον εαυτό της. Κατά τη διάρκεια μιας τυπικής εξέτασης υπερήχου, ο σύζυγός της αντιλαμβάνεται τι έχει συμβεί. Εκείνος και οι γονείς του, εντείνουν τη χειριστική συμπεριφορά τους προς τη Χάντερ, αναγκάζοντάς τη να έρθει αντιμέτωπη με το σκοτεινό μυστικό που κρύβεται πίσω από την εμμονή της.

Στην ταινία του Carlo Mirabella-Davis, η Χάντερ παρουσιάζεται σαν μια εύθραυστη πορσελάνινη κούκλα που περνά τις μέρες της στη νέα έπαυλη – δώρο των πεθερικών της – χωρίς να εργάζεται, ενώ μοιάζει να μην έχει δικούς της φίλους. Ο Ρίτσι είναι ο στερεοτυπικός αδιάφορος σύζυγος, ο οποίος απαντά στα email του όταν δειπνεί με τη γυναίκα του και τη διακόπτει διαρκώς, χωρίς να προσθέτει κάτι σημαντικό. Όταν η Χάντερ αντιλαμβάνεται ότι είναι έγκυος, μοιάζει ακόμα πιο απαθής και αδιάφορη, τη στιγμή που όλοι γιορτάζουν «για τον μελλοντικό CEO» της εταιρείας τους. Έρχεται αντιμέτωπη με ένα προσχεδιασμένο μέλλον, στο οποίο νοιώθει ότι δεν παίρνει η ίδια τις αποφάσεις για τη ζωή της.

Έπειτα από προτροπή ενός βιβλίου -δώρου της πεθεράς της- «να κάνει κάθε μέρα και κάτι διαφορετικό» κι επειδή βαριέται καθημερινά κλεισμένη στο σπίτι, οδηγείται σταδιακά στην εμμονή τού να καταπίνει διάφορα αντικείμενα (βώλους, πιόνια, πινέζες κλπ). Η συγκεκριμένη πάθηση είναι υπαρκτή, με το όνομα αλλοτροφαγία (pica). Ωστόσο, η ταινία δεν την εξετάζει υπό το πρίσμα της ιατρικής, αλλά τη χρησιμοποιεί ως μεταφορά για την προσπάθεια της Χάντερ να νοιώσει ότι η ίδια είναι σε θέση να ασκεί έλεγχο στη ζωή της. Πρόκειται για μια γυναίκα που φαίνεται να έχει ανέκαθεν το περιβάλλον της να την πληγώνει, με τη σκέψη ότι και η ίδια υπήρξε αποτέλεσμα του βιασμού της μητέρας της.

Διαβάστε   "Λίλιαν": όταν η φυσιογνωμία του ανθρώπινου προσώπου αποκτά την ίδια απεραντοσύνη με τις εικόνες των πεδιάδων...

Ενώ λοιπόν η ταινία καταπιάνεται μ’ ένα ζήτημα μεγάλης σημασίας, την καταπίεση των γυναικών από την πατριαρχία, εντούτοις αποτυγχάνει στο να δώσει το βάθος που όφειλε ως κινηματογραφικό έργο. Αυτό συμβαίνει για δύο λόγους, αφ’ενός η προσέγγιση του θέματος γίνεται σ’ έναν εξ’ ολοκλήρου επιφανειακό βαθμό, κι αφετέρου υπάρχει μεγάλη ανισορροπία μεταξύ του περιεχομένου και της κινηματογραφικής φόρμας.

Ο σκηνοθέτης είναι τόσο προσηλωμένος στο να περάσει ένα συγκεκριμένο «μήνυμα» σχετικά με τη δυναμική των φύλων, ξεχνώντας έτσι ότι οι χαρακτήρες του οφείλουν να είναι μοντέλα πραγματικών-ζωντανών ανθρώπων. Αντίθετα, παρακολουθούμε στερεοτυπικά χτισμένες καρικατούρες να επιβεβαιώνουν καθ’όλη τη διάρκεια της ταινίας αυτό που όλοι(;) ήδη γνωρίζουν, δίχως να καταγράφεται η ιδιαίτερη δυναμική σε μια σχέση καταπίεσης. Αδυνατεί να δώσει το βάθος, την ανθρωπιά και τα συναισθήματα που θα βίωνε μια γυναίκα σ’ αυτή την κατάσταση. Παραμένει στα «ρηχά», επιμένοντας στη δυσμένεια αυτής της κατάστασης κι όχι του αντικτύπου αυτής στις γυναίκες. Τοποθετείται στο 2019, παρ’όλα αυτά το πρότυπο της καταπιεσμένης γυναίκας που παρουσιάζει φαίνεται να έχει μείνει στη δεκαετία του ’50-’60, ώστε δεν αφουγκράζεται την πραγματικότητα και τις ιδιαιτερότητες της σημερινής εποχής (μια εργαζόμενη γυναίκα, για παράδειγμα). Η ταινία θυσιάζει την ιδιαίτερη εσωτερική αλήθεια κάθε γυναίκας (και κάθε ανθρώπου) για να το «παίξει εκ του ασφαλούς». Ως αποτέλεσμα, αποτυγχάνει να παρουσιάσει τη σύγχρονη γυναίκα με το ίδιο βάθος που είχε δώσει για παράδειγμα ο Μιζογκούτσι στις γυναίκες των ταινιών του ήδη από τη μακρινή δεκαετία του 1930.

Αισθητικά, πρόκειται για μια ανάμειξη διαφόρων μορφών τέχνης, που κάθε άλλο σχέση έχει με την ιδιαίτερη δύναμη του κινηματογράφου. Οι συνθέσεις των κάδρων είναι «πλαστικές», σύμφωνες μεν με τις επιταγές της έγχρωμης φωτογραφίας, αλλά δίχως ζωή και κινηματογραφικό περιεχόμενο. Οι χαρακτήρες καδράρονται σύμφωνα με τη θέση που θα είχαν  στη δραματική υπόσταση του θεάτρου, κι όχι με την οργανικότητα του κινηματογράφου. Τα πολύχρωμα «καρτ-ποστάλ» πλάνα με τη συνοδεία του κωμικού soundtrack είναι αισθητικά όμορφα και ανίκανα να λειτουργήσουν ως κάτι περισσότερο από όμορφες εικόνες. Είναι, λοιπόν, μια ταινία που πράγματι χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη φωτογραφία, θεατρικές ερμηνείες, σκηνογραφία και έντονη μουσική, αλλά σίγουρα απέχει από ένα αμιγώς κινηματογραφικό δημιούργημα.

Διαβάστε   Loving Vincent

Ένας προβληματισμός που προκύπτει πάντως, αφορά το πώς είναι δυνατό ταινίες του παρόντος (με την τεράστια πρόοδο που έχει συντελεστεί -και που ακόμα συντελείται- σε τέτοιου είδους ζητήματα φύλων) να παρουσιάζουν τόσο άψυχα και μονοδιάστατα πρότυπα (από την ηρωίδα της παρούσας ταινίας μέχρι και την Captain Marvel) σε σύγκριση με αντίστοιχες ταινίες του παρελθόντος.

 

Κατάποση (Swallow)

Σκηνοθεσία: Carlo Mirabella-Davis

Ηθοποιοί: Haley Bennett, Austin Stowell, Elizabeth Marvel, David Rasche, Denis O’Hare

Διάρκεια: 94΄

Η ταινία προβάλλεται στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνιστικού του 60ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης