«Ποτέ την Κυριακή»: η Μελίνα, ο Ζυλ, ο Μάνος και τα Όσκαρ…

Η Ίλια, είναι μία πόρνη στο λιμάνι του Πειραιά. Κοινωνική, ευαίσθητη και συναισθηματική, η Ίλια δεν ανήκει σε κάποιον μαστροπό, διαλέγει τους πελάτες της, δεν εργάζεται τις Κυριακές κι ούτε όταν έχει παραστάσεις το Ελληνικό Φεστιβάλ Θεάτρου. Αποτελεί πρότυπο για τις εκδιδόμενες γυναίκες της περιοχής.

Τον ίδιο καιρό έρχεται στον Πειραιά ο Αμερικανός Όμερ, ερασιτέχνης φιλόσοφος, επηρεασμένος από τον προτεσταντισμό, τον Αριστοτέλη και τον Φρόυντ. Ηρθε στην Ελλάδα για να βρει το μυστικό της ευτυχίας, αναζητώντας το πώς χάθηκε το μεγαλείο της κλασικής εποχής. Στο πρόσωπο της Ίλια βλέπει την εικόνα της ξεπεσμένης Ελλάδας.

Υπάρχουν τρεις άνθρωποι που, παράλληλα, θέλουν να σταματήσουν την Ίλια από την πορνεία. Ένας άντρας που την αγαπά, ο Όμερ και ο μαστροπός του λιμανιού ο οποίος εξαιτίας της χάνει κέρδη. Τελικά, ο μαστροπός χρηματοδοτεί τον Όμερ στον σκοπό του να την κάνει «καθώς πρέπει». Έτσι, ο Όμερ της μαθαίνει έναν «πνευματικό» τρόπο ζωής, πέρα από τις φυσικές απολαύσεις και της διδάσκει φιλοσοφία, μουσική, γεωγραφία. Με τις αρχές της λογικής της διορθώνει της λάθος ερμηνείες που δίνει στην πλοκή των αρχαίων τραγωδιών, στις οποίες η Ίλια αλλάζει την εξέλιξη και τους δίνει ευχάριστο τέλος.

Η Ίλια θεωρεί ότι ξαναγεννήθηκε και χαίρεται με τη νέα της ζωή, μέχρι που μαθαίνει ποιος δίνει τα χρήματα για την εκπαίδευσή της. Εξαγριώνεται και μαζί με τις πόρνες-θύματα του μαστροπού κάνει μια «επανάσταση» ενάντια του. Απορρίπτει και τον Όμερ από τη ζωή της. Παρόλα αυτά, ξεφεύγει από την πορνεία και ξεκινά μόνιμη σχέση (ίσως γάμο -δεν αναφέρεται στην ταινία-) με τον άντρα που την αγαπά, δείχνοντας ότι μόνο η αγάπη μπορεί να αλλάξει έναν άνθρωπο.

Διαβάστε   Ροβήρος Μανθούλης: κινηματογραφώντας την αλήθεια

Το Ποτέ την Κυριακή είναι μια ρομαντική ταινία του 1960, που αποπνέει σε κάθε της πλάνο «Ελλάδα». σε σκηνοθεσία και σενάριο Ζυλ Ντασέν. Πρωταγωνιστούν οι Μελίνα Μερκούρη, Ζυλ Ντασέν και Γιώργος Φούντας.

Η ταινία ήταν η δεύτερη ταινία του Ζυλ Ντασέν, με σενάριο δικό του και πρωταγωνίστρια την Μελίνα Μερκούρη (η πρώτη ταινία ήταν «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται», κινηματογραφική διασκευή του ομώνυμου έργου του Νίκου Καζαντζάκη). Γυρίστηκε το 1960 εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα και είναι μία από τις διασημότερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου κυρίως λόγω της βραβευμένης με Όσκαρ μουσικής που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ο Ζυλ Ντασσέν είχε εκδιωχθεί από το Χόλιγουντ, εξαιτίας του Μακαρθισμού, λόγω των αριστερών του πεποιθήσεων. Σαν μαθητής του Χίτσκοκ δεν παραλείπει ποτέ να φτιάχνει μία ενδιαφέρουσα με ανατροπές πλοκή αλλά και σαν αριστερός δεν παραλείπει ποτέ να περνά τα πολιτικά του μηνύματα μέσα από τις ταινίες του. Η συγκεκριμένη ταινία όσο εύπεπτη και αν φαίνεται ουσιαστικά παρουσιάζει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, την οποία συμβολίζει η χαρούμενη πόρνη Ίλια, να την θέλουν πάντα μνηστήρες φαινομενικά αγαθοί και καλοπροαίρετοι ώστε να την διαμορφώσουν όπως αυτοί επιθυμούν κρύβοντας πάντα άλλα πιο «ανεξιχνίαστα» κριτήρια.

Στο Φεστιβάλ των Καννών το 1960, το «Ποτέ την Κυριακή» ήταν υποψήφιο για τον Χρυσό Φοίνικα αλλά τελικά κέρδισε μόνο το βραβείο πρώτου Γυναικείου Ρόλου που απονεμήθηκε στην Μελίνα Μερκούρη, η οποία μοιράστηκε το βραβείο με τη Ζαν Μορό πρωταγωνίστρια της ταινίας «Μοντεράτο Καντάμπιλε». Περισσότερο και από το βραβείο ερμηνείας της Μελίνας Μερκούρη για την Ίλια, εκείνο που πέρασε στην ιστορία του 13ου Φεστιβάλ των Καννών ήταν το γλέντι που ακολούθησε. Πολλά θρυλούνται για εκείνη τη βραδιά και άλλα τόσα μετέφεραν οι δημοσιογράφοι της εποχής: τον Ντασέν να χορεύει χασάπικο πάνω σε τραπέζι, τον Γιώργο Φούντα να μαθαίνει ζεϊμπέκικο στη Χάγια Χαραρίτ, τη Μπέτσι Μπλερ να ακολουθεί στο τσα-τσα το Μάνο Χατζιδάκι και τον Ζορζ Σιμενόν να βγάζει την πίπα και να φωνάζει «κούκλα να ζήσεις» στη Μελίνα Μερκούρη.

Το 1961, η ταινία ήταν υποψήφια για 5 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων για τον Πρώτο Γυναικείο Ρόλο για τη Μελίνα Μερκούρη (βραβείο το οποίο έχασε από την Ελίζαμπεθ Τέιλορ που κέρδισε για την ταινία Ζήσαμε στην Αμαρτία (BUtterfield 8, 1960), για τα ενδύματα για την Θεώνη Βαχλιώτη-Όλντριτζ αλλά και σεναρίου και σκηνοθεσίας για τον Ζυλ Ντασέν. Κέρδισε Όσκαρ όμως μόνο για την μουσική του Μάνου Χατζιδάκι για το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», τραγούδι με τις περισσότερες διασκευές σε όλο τον κόσμο και ένα από τα πιο διάσημα τραγούδια από τον παγκόσμιο κινηματογράφο. «Τα Παιδιά του Πειραιά» ήταν το πρώτο τραγούδι σε άλλη γλώσσα πλην της αγγλικής που έλαβε τη συγκεκριμένη διάκριση.

Η επιτυχία της ταινίας στις ΗΠΑ ήταν αρκετά μεγάλη, γεγονός που οδήγησε τον Ζυλ Ντασσέν και την Μελίνα Μερκούρη στην απόφαση να παρουσιάσουν μια θεατρική διασκευή – μιούζικαλ του «Ποτέ την Κυριακή» στο Μπρόντγουεϊ, στο θέατρο Μαρκ Χέλιντζερ, την περίοδο 1967-1968. Η σκηνοθεσία και διασκευή της παράστασης είναι του Ζυλ Ντασσέν. Η μουσική είναι του Μάνου Χατζιδάκι. Το μιούζικαλ ήταν υποψήφιο για 6 βραβεία Τόνι.

Ο προϋπολογισμός της ταινίας ήταν 151.000 δολάρια. Συνολικά απέφερε 8.000.000 δολάρια παγκοσμίως. Στην Ελλάδα έκοψε 184.524 εισιτήρια.

 

Διαβάστε   "Εντός Ορίων": το σινεμά ως εργαλείο αφύπνισης

Σχετικά Θέματα