Ο σκηνοθέτης Πασκάλ Λοζιέ μιλά για το «Κουκλόσπιτο του Τρόμου»

Ο Γάλλος σκηνοθέτης και σεναριογράφος Πασκάλ Λοζιέ γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1971. Ξεκίνησε την καριέρα του με δύο μικρού μήκους ταινίες: «Tête de citrouille» (1993) και «4ème sous-sol» (2001). Την ίδια χρονιά, το 2001 δηλαδή, δούλεψε ως βοηθός σκηνοθέτη στην ταινία του συμπατριώτη του Christophe Gans «Η Αδελφότητα των Λύκων» (Le pacte des loups), σκηνοθετώντας και το making-of ντοκιμαντέρ σχετικά με την ταινία. Όντας φανατικός θιασώτης των ταινιών τρόμου, η πρώτη του δεν μπορούσε παρά να ανήκει στο είδος, που από εκεί και μετά υπηρετεί πιστά. Τίτλος της: «Το βασίλειο των νεκρών» (Saint Ange, 2004). Ακολούθησε η ταινία που τον έκανε γνωστό σε όλο τον κόσμο, το «Μάρτυρες» (Martyrs, 2008), ένα καλτ αριστούργημα που λατρεύτηκε από τους οπαδούς των ταινιών τρόμου. Ήταν μάλιστα να γυριστεί και αμερικάνικο ριμέικ της ταινίας, σχέδιο που δεν προχώρησε ποτέ. Η τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία ήταν και η πρώτη του αγγλόφωνη: «The Tall Man» (2012), με πρωταγωνίστρια την Jessica Biel.

«Το κουκλόσπιτο του τρόμου» είναι η τελευταία του ταινία και κέρδισε και τα τρία βασικά βραβεία στο φεστιβάλ κινηματογράφου του Géradmer (φεστιβάλ που διευθύνει ο Mathieu Kassovitz). Μια μητέρα δύο κοριτσιών στην εφηβεία τους, κληρονομεί το σπίτι της θείας της. Το πρώτο βράδυ στο σπίτι η μητέρα θα αναγκαστεί να προστατεύσει τις κόρες της από δολοφονικούς εισβολείς. Δεκαέξι χρόνια μετά η μία από τις δύο αδελφές, διάσημη συγγραφέας βιβλίων τρόμου πια, θα επιστρέψει στο σπίτι και τα πράγματα θα αρχίσουν να γίνονται περίεργα.

  • Πώς προέκυψε η συγκεκριμένη ταινία;

Αρχικά, ήθελα να φτιάξω μια ταινία πάνω στις «υποκειμενικές προοπτικές», ένα κεντρικό θέμα για κάθε σκηνοθέτη, καθώς η γλώσσα του σινεμά επιτρέπει να κινηματογραφήσουμε πράγματα και έννοιες όπως τα οράματα, τα φαντάσματα και τα όνειρα. Οι ταινίες επιστημονικές φαντασίας έχουν επικεντρωθεί κατά κόρον σε τέτοιου είδους προβληματικές. Κι όμως, κάτι τέτοιο φαινόταν να δουλεύει εναντίον μου. Η πρώτη μου διαίσθηση ήταν να κινηματογραφήσω τα όνειρα κάποιου ήρωα ωσάν να ήταν η πραγματικότητα –

μια πραγματικότητα τόσο έντονη την οποία δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε επακριβώς. Μου πήρε λίγο χρόνο για να βρω το στυλ μου εδώ. Τα πράγματα ήταν κάπως στατικά έως ότου είπα στον εαυτό μου πως ο εσωτερικός κόσμος ενός χαρακτήρα θα μπορούσε να αποτελέσει κυριολεκτικά την αφηγηματική μηχανή της υπόθεσης. Όταν λοιπόν μου ήρθε αυτή η ιδέα, το σενάριο ολοκληρώθηκε αυτόματα, ακριβώς τη στιγμή που έπρεπε. Η κεντρική ιδέα της πλοκής, να αντιμετωπίζει την υποκειμενικότητα ως κανονικότητα ενώ τη βλέπει ταυτόχρονα ως ένα είδος χειροπιαστής πραγματικότητας, είναι εντελώς τρελή και εφιαλτική. Η μπαρόκ φαντασία της ταινίας καθώς και οι παρορμήσεις θανάτου εντέλει ξεπερνούν αυτό που πραγματικά συμβαίνει.

  • Γιατί τόσο μεγάλη αντίθεση ανάμεσα στις δύο αδελφές;

Ήθελα η ταινία να επικεντρωθεί στις δύο αυτές αδελφές. Η μία, η Μπεθ, είναι πιο εσωστρεφής και ευφάνταστη. Η άλλη, η Βέρα, έχει μεν τα πόδια της στο έδαφος αλλά τα χέρια της είναι μονίμως κολλημένα στο κινητό της. Δεν μπορεί να καταλάβει πως κάποιος μπορεί να περάσει το χρόνο του διαβάζοντας και γράφοντας. Μέσω αυτής της αντίθεσης ήθελα να εστιάσω τελικά στην Μπεθ. Ήθελα να φτιάξω το πορτρέτο ενός νεαρού καλλιτέχνη εν τη γενέσει του. Ενός καλλιτέχνη που θα αντλήσει από τη φρίκη της τραυματικής της εμπειρίας ως δομικό στοιχείο της μελλοντικής της εργασίας. Ουσιαστικά, αυτό θα μπορούσε να είναι κι ένας ορισμός του κινηματογραφικού είδους: «Ας προσπαθήσουμε να βγάλουμε χρυσάφι από τους βαθύτερους φόβους μας». Είναι κάτι βαθιά παράδοξο, που πάντα με συνάρπαζε στις ταινίες τρόμου ως καλλιτεχνική προσέγγιση.

  • Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε την ταινία με μια φράση του Λόβεκραφτ;

Είμαι οπαδός του Λόβεκραφτ. Όμως, η φράση δεν αποτελεί έναν φόρο τιμής που κάνω εγώ στον σπουδαίο αυτόν συγγραφέα. Ουσιαστικά, βοηθάει στο να χτίσω καλύτερα τον χαρακτήρα της Μπεθ, η οποία τον λατρεύει ως δημιουργό. Το βρίσκω πολύ συναρπαστικό να υπάρχουν έφηβοι στη

Διαβάστε   Χειρότερα δεν γίνεται

σημερινή εποχή οι οποίοι δημιουργούν μια ιδιαίτερη σχέση με τους μυθικούς καλλιτέχνες που τους επηρεάζουν. Η Μπεθ ζει με τα φαντάσματα τρομερών δημιουργών, της μιλούν, θέλει να προσεγγίσει την τελειότητά τους. Μπορεί να κάνω λάθος αλλά αισθάνομαι πως αυτού του τύπου ο θαυμασμός και η έμπνευση για κάποιον εξαφανίζονται ολοένα και περισσότερο σε μια κοινωνία στην οποία κυριαρχεί πλέον ο χλευασμός, και το να αισθάνεται κάποιος θαυμασμό για οποιονδήποτε και οτιδήποτε, θεωρείται πλέον κάπως γελοίο.

  • Ποιες είναι οι πηγές έμπνευσής σας;

Είμαι πολύ μεγάλος σινεφίλ κι ανήκω σε εκείνους τους σκηνοθέτες που δεν παραμελούν τις πολιτιστικές τους αποσκευές. Η πρώτη μου ταινία, το «Saint Ange», ήταν γεμάτο αναφορές και εντελώς κλειστό στον εαυτό του. Γύρισα «το σινεμά που λάτρευα» αντί να γυρίσω μια ταινία δικιά μου. Εντέλει όμως αυτό ήταν ένα απαραίτητο βήμα που έπρεπε να κάνω. Δεν αρνούμαι ότι το έκανα παλιότερα λοιπόν, αλλά από τότε πλέον προσπαθώ να προσεγγίζω τα διάφορα πρότζεκτς από τη δική μου οπτική γωνία και με βάση τις δικές μου εμπειρίες. Σήμερα, τα σχόλια άλλων που αφορούν τις ταινίες μου, με κάνουν να σκέφτομαι αναφορές που τυχόν κάνω υποσυνείδητα. Αν πάντως εμπνεύστηκα από κάποιον για «Το κουκλόσπιτο του τρόμου», αυτός δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Tobe Hooper. Η εικονοκλαστική και μακάβρια παράμετρος της τρέλας στις ταινίες του, ιδίως στο εντελώς υποτιμημένο «The Texas Chainsaw Massacre 2», σίγουρα μου έδωσε αυτοπεποίθηση σχετικά με αυτό που προσπαθούσα να κάνω. Όταν έχεις αμφιβολίες σχετικά με το να γυρίσεις μια ταινία αυτού του μοναδικού είδους, η σκέψη του να γυρίσεις κάτι «απαράδεκτο» ή ακόμα και «κενό», μπορεί να σε βοηθήσει να προχωρήσεις.

  • Ήδη από την αρχή της ταινίας το σπίτι λειτουργεί ως αυτόνομος χαρακτήρας. Πώς το ανακαλύψατε και πώς το εκμεταλλευτήκατε;

Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να γυρίσω την ταινία στο σετ ενός στούντιο. Ήθελα να βρω ένα σπίτι που να παραπέμπει σε ένα στυλ «Americana», το ίδιο στυλ που περιγράφει τόσο συχνά ο Stephen King στα βιβλία του, σχετικά με την αμετάβλητη Αμερική. Ριχτήκαμε στο ψάξιμο του κατάλληλου σπιτιού και τελικά βρήκαμε αυτό το σπίτι σε μια φάρμα, που είχε χτιστεί γύρω στα 1880! Μάλιστα, αν προσέξετε καλά, το σπίτι έχει δύο ορόφους. Ο τρίτος όροφος αποτελεί μια διάσταση πνευματική μόνο στο τελευταίο τμήμα της ταινίας. Από εκεί και πέρα επέλεξα αισθητικά το σπίτι να μοιάζει πιο «ταιριαστό» και φιλικό για τους κακούς παρά για την καλή οικογένεια που καταλήγει να μετακομίσει εκεί. Ήθελα το σπίτι να είναι η ιδεατή «παιδική χαρά» για τον Δράκο και τη Μάγισσα, ένα μέρος που θαρρείς χτίστηκε ειδικά για αυτούς και τους περίμενε από πάντα. Αυτή η επιλογή έκανε τα πράγματα δύσκολα. Στο σετ βρισκόμασταν 30 άτομα και ήταν πολύ δύσκολο να μετακινηθούμε. Το σπίτι είχε την τάση να μας αποβάλλει όλους – οι μόνοι τους οποίους ανέχονταν ήταν οι δύο κακοί μας! Γύρισα σε 2.35 φορμά για να ενισχύσω την υποκειμενικότητα του βλέμματος, τον θρυμματισμό του και την ιδέα ότι η Μπεθ βλέπει μόνο όσα θέλει να δει… Η χρήση του ευρέως φορμά διεύρυνε και την αίσθηση της κλειστοφοβίας… Ήθελα η κάμερα να συγκρούεται με τους τοίχους όπως έκανε και με τους χαρακτήρες. Τέλος, ήθελα το αληθινό σπίτι να περιορίζει τις οπτικές γωνίες με τον ίδιο τρόπο που το μυαλό της Μπεθ πολύ προσεκτικά περιορίζει την έκταση όλων όσων προσλαμβάνει.

  • Η κάμερα πολύ συχνά βρίσκεται σε μόνιμη κίνηση: σε σκάλες, διαδρόμους, παράθυρα, κλειδαρότρυπες…

Αυτή η ταινία αποτελεί την οπτική παρουσίαση των εσωτερικών σκέψεων και των κινήσεων του βασικού χαρακτήρα της. Έτσι, η κάμερα δεν μπορούσε επ’ ουδενί να παραμείνει σταθερή. Κινείται διαρκώς καθώς η Μπεθ αναγκάζει τον εαυτό της να ταξιδέψει «νοητά» στο μυαλό της, προκειμένου να αποδράσει από την πραγματικότητα, να μην κολλήσει σε αυτήν.

  • Συνδέετε τον κόσμο των παιδιών, όπως οι κούκλες και τα παγωτατζίδικα, με τον τρόμο…

Αυτό είναι ένα από τα πολλά στερεότυπα των ταινιών τρόμου: η παιδική ηλικία περιγράφεται ως ένας χώρος άγχους, αγωνίας και φόβου. Έχουμε δει κάτι τέτοιο πολλές φορές. Μου αρέσει λοιπόν να εκκινώ από στερεότυπα. Ο μόνος όρος που θέτω είναι να μπορώ να τα εκτρέψω με το δικό μου τρόπο, παίζοντας με τις προσδοκίες των επιβληθέντων στοιχείων, έτσι ώστε να μπορώ να προκαλέσω έκπληξη, να αποσταθεροποιήσω ή ακόμα ακόμα να ξαναζωντανέψω τα κλισέ! Αυτό προσπάθησα να κάνω σε αυτήν την ταινία. Δεν ξέρω αν το κατάφερα, πάντως ήταν σίγουρα μια πολύ απολαυστική εμπειρία να ζω για αρκετούς μήνες σε έναν τόσο πλούσιο, παράξενο, μοχθηρό κόσμο. Και να σας πω και κάτι; Αν ήμουν σκηνοθέτης που σκηνοθετούσε γουέστερν προφανώς και δεν θα απέφευγα να γυρίσω έναν καουμπόι με άλογο και σπιρούνια.

  • Γιατί επιλέξατε την Mylène Farmer στο συγκεκριμένο ρόλο της μητέρας;

Με τη Mylène έχουμε αρκετές κοινές εργασιακές εμπειρίες. Αγαπούσα τη  Mylène από πάντα. Όταν ήμουν 20 χρονών πήγα και είδα το πρώτο της σόου στο Bercy. Η σκηνή θυμάμαι ήταν διακοσμημένη με ταφόπλακες και υπήρχε συρματόπλεγμα που αντικαθιστούσε την κλασική αυλαία. Το συρματόπλεγμα έφευγε και το σόου ξεκινούσε με μια έκρηξη από ηλεκτρονικούς ήχους. Το όλο πράγμα ήταν αρκούντως οπερατικό, παρακμιακό, εκθαμβωτικό, απολύτως ειλικρινές και εντελώς ρισκαδόρικο. Η Mylène τελικά εμφανίστηκε τραγουδώντας το «L’horloge», ένα ποίημα αμείλικτης νοσηρότητας κατευθείαν βγαλμένο από το «Τα άνθη του κακού» του Baudelaire. Ήμουν γοητευμένος, έκπληκτος, ενθουσιασμένος. Πάντοτε σκέφτομαι πόσο πολλά κατάφερε να επιβάλλει στο φρικτά κανονιστικό τοπίο της γαλλικής ποπ κουλτούρας. Πόσο εξαιρετικά δυνατή γυναίκα είναι. Έχω θαυμάσει τον τρόπο που κάνει μόνον όσα γουστάρει εδώ και πάνω από 30 χρόνια! Για να μην αναφέρω τις μεγάλες περιόδους σιωπής όταν δεν έχει να προσφέρει νέα μουσική, την μεγαλοπρεπή της απουσία ανά περιόδους, το ότι εξαφανίζεται από τα μίντια με έναν τρόπο αλά Terrence Malick. Όλα αυτά τα πράγματα πραγματικά με ευχαριστούν. Το ότι της έκανα γυρίσματα για την ταινία ήταν μια εμπειρία υπέροχη και έντονη. Οι κάμερες γοητεύονται από κάποια σπάνια πλάσματα και η Mylène είναι ένα από αυτά. Είναι μια μοναδική και πολύ παθιασμένη ηθοποιός.

Διαβάστε   «Χάσαμε το δρόμο… Στοπ!» ή πως μπορούμε να απαλλαγούμε από τους μετανάστες...

 

Το κουκλόσπιτο του τρόμου (Ghostland)

Σκηνοθεσία: Πασκάλ Λοζιέ

Ηθοποιοί: Κρίσταλ Ριντ, Αναστέζια Φίλιπς, Μιλέν Φαρμέρ

Διάρκεια: 91’

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 10 Μαΐου 2018