Ο δολοφόνος μέσα μου…

Γράφει ο Νίκος Αλέτρας-Αρτινός

Ο Λου Φορντ είναι βοηθός σερίφης σε μια επαρχιακή πόλη των δυτικών πολιτειών στη δεκαετία του ’60. Είναι νέος, όμορφος, ευγενικός και όλοι τον εκτιμούν και τον συμπαθούν. Όμως, πίσω από αυτό το ευγενικό παρουσιαστικό, ο Λου κρύβει μια σαδιστική και δολοφονική προσωπικότητα που σύντομα τον οδηγεί σε μια σειρά αποτροπιαστικών φόνων …

Κράμα αστυνομικής ταινίας, εγκλήματος, ψυχολογικού δράματος και ερμηνειών. Ο Michael Winterbottom σκηνοθέτησε το 2010 ένα φιλμ που βασίζεται στο ομότιτλο βιβλίο του διάσημου pulp συγγραφέα Τζιμ Τόμσον. Ο όρος «pulp» χρησιμοποιείται για να χαρακτηρίσει τη λαϊκή λογοτεχνία ή την παραλογοτεχνία που εκδίδεται κατευθείαν σε φτηνές εκδόσεις με μαλακό εξώφυλλο και τελευταίας ποιότητας πολτοποιημένο χαρτί (pulp σημαίνει πολτός). Παρά τη «φτήνια» των εκδόσεων, πολλές καλές πένες διέπρεψαν μέσα από αυτές. Ο Τζιμ Τόμσον ήταν ένας από αυτούς. Μάλιστα, ο διάσημος σκηνοθέτης Στανλεϊ Κιούμπρικ είπε για το «The Killer Inside Me»: «Ίσως η πιο φρικιαστική και- ταυτόχρονα πιστευτή- αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο ενός- εγκληματικά διεστραμμένου- μυαλού που έχω ποτέ συναντήσει».

Παρά το δυνατό πρωτογενές κείμενο, ο σκηνοθέτης Michael Winterbottom («Ο δρόμος για το Γκουαντάναμο», «24 hour party people») απέτυχε ν’ αποδώσει την ατμόσφαιρα της ιστορίας του Τόμσον. Θα έλεγα ότι κράτησε μια απόσταση ασφαλείας από την ξεχωριστή προσωπικότητα του Λου Φορντ. Μια «ψυχρή απόσταση» που αναγκάζει το θεατή ναι μεν να παρακολουθήσει με περιέργεια την ταινία, αλλά χωρίς την απαιτούμενη συμμετοχή από μέρους του. Η διήγηση είναι αποστασιοποιημένη και χωρίς συναίσθημα στην μιζανσέν του Winterbottom. Η θέαση της ταινίας προσομοιάζει μ’ αυτή της θέασης της παρουσίασης μιας πανεπιστημιακής διατριβής με θέμα τα έργα και τις ημέρες ενός serial killer. Επαγγελματικά οργανωμένη και τεκμηριωμένη και παράλληλα συναισθηματικά αποστειρωμένη…

Διαβάστε   Μέχρι που μία Δευτέρα, η “Δευτέρα” δεν επιστρέφει στο σπίτι...

Ενδιαφέρον υπάρχει, η απόδοση της εποχής είναι άκρως επιτυχημένη, αισθητικά η ταινία θυμίζει φιλμ της δεκαετίας του ’60 και τεχνικά το φιλμ είναι πλήρες. Όμως, λείπει η δημιουργική συναισθηματική συμμετοχή του θεατή στο στάδιο της προβολής της ταινίας. Η on camera διήγηση της ιστορίας υποβοηθείται από την- σε πρώτο πρόσωπο off camera- αφήγηση του ίδιου του Λου Φορντ. Η ταινία λόγω της off camera αφήγησης είναι μάλλον μια μεγάλη χρονική αναδρομή, που εμβόλιμα διακόπτεται από -λίγων πλάνων- flashback (χαρακτηριστικά στιγμιότυπα της παιδικής του ηλικίας, ανεπαρκώς επεξηγηματικά για τις πράξεις του ως ενήλικας). Ο Winterbottom δε φείδεται σε σκηνές ωμής βίας καθώς και σε καυτές ερωτικές σκηνές μεταξύ του Κέισι Άφλεκ και της Τζέσικα Άλμπα, όπως και του Άφλεκ με την Κέιτ Χάντσον.

Ενώ ο Winterbottom αποτυγχάνει να αποσπάσει την ταύτιση των θεατών, ο Κέισι Άφλεκ στο ρόλο του Λου Φορντ είναι σπουδαίος. Το μικρό αδερφάκι του μέτριου ηθοποιού (αλλά πολύ καλού σκηνοθέτη) Μπεν Άφλεκ είναι μεγάλο αστέρι υποκριτικής. Αποδίδει τέλεια τις ψυχολογικές και συμπεριφορικές μεταπτώσεις του -φαινομενικά αγγελικού και αδιόρατα πλαδαρού- νεαρού δολοφόνου. Και είναι προφανές: ο Άφλεκ, όπως και οι εκρηκτικές παρουσίες των Τζέσικα Άλμπα και Κέιτ Χάντσον, αποτελούν την καλύτερη αποζημίωση για τους -μη κοινωνούντες της σκηνοθεσίας του Winterbottom- θεατές που αναζητούν καλές επιλογές στη θάλασσα του streaming.

 

Ο δολοφόνος μέσα μου (The killer inside me)

Σκηνοθεσία: Michael Winterbottom

Ηθοποιοί: Κέισι Άφλεκ, Τζέσικα Άλμπα, Κέιτ Χάντσον, Μπίλ Πούλμαν, Λίαμ Έικεν, Ελίας Κοτέας, Σάιμον Μπέικερ, Νέντ Μπίτι

Διάρκεια: 114΄

Σχετικά Θέματα

Διαβάστε   Το ελληνικό «1917»