“Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι” στην Κινηματογραφική Λέσχη Νίκαιας Λάρισας

Αυτή την Κυριακή 27/1/2019, η Κινηματογραφική Λέσχη Νίκαιας, θα προβάλλει την ταινία του Μάρτιν Μακ Ντόνα «Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι». 

Η προβολή θα γίνει στο Πολιτιστικό Κέντρο Νίκαιας στις 7 μ.μ. με ελεύθερη είσοδο.

Ακολουθεί η κριτική του Γιάννη Τοτονίδη έτσι όπως δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα icineman.com:

 

“Οι τρεις πινακίδες έξω από το Έμπινγκ, στο Μιζούρι”: για να σε γονατίσουν, πρέπει να γονατίσεις…

Του Γιάννη Τοτονίδη

Δε θα μπορούσε να υπάρξει πιο επίκαιρη και πιο αλληγορική ταινία σαν τις “Πινακίδες του Μιζούρι”! Παρακολουθώντας τον αγώνα της Μίλντρεντ για το δίκιο της ενάντια στην αδιαφορία της Εξουσίας και επηρεασμένος από όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω από τη Μακεδονία, τον παραλλήλισα με τον αγώνα του Λαού ενάντια στην αδιαφορία των ηγετών μας και μου ήρθε στο νου μια ρήση του Γιάννη Ρίτσου που ταιριάζει απόλυτα και στις δύο περιπτώσεις: “για να σε γονατίσουν, πρέπει να γονατίσεις”.

Βέβαια, ο Ιρλανδός σκηνοθέτης Μακντόνα είχε άλλο στο μυαλό του. Την αδιαφορία της –όποιας– Εξουσίας στα σκάνδαλα που ηχούν εκκωφαντικά το τελευταίο χρονικό διάστημα στην Αμερική, στο Χόλιγουντ, στο χώρο που τόσο καλά γνωρίζει, προϊδεάζοντας το επερχόμενο τέλος εποχής.  Η ευφυΐα του έγκειται στο ότι ο σχολιασμός του γίνεται με πολλή διακριτικότητα μεν, αλλά με περισσή αιχμηρότητα.

Στη μικρή πόλη του Έμπινγκ, στο Μιζούρι, ζει η Μίλντρεντ Χέιζ, μια μεσήλικη χωρισμένη μητέρα, μαζί με τον έφηβο γιο της και εργάζεται σε ένα κατάστημα δώρων. Αν και έχουν περάσει αρκετοί μήνες, εντούτοις όχι μόνο δεν έχει βρει κάποια απάντηση για τον προ ολίγων μηνών φόνο της κόρης της, αλλά με οργή αντιλαμβάνεται ότι οι έρευνες του τοπικού σερίφη Ουίλιαμ Γουίλομπι γύρω από την υπόθεση έχουν λιμνάσει. Η ίδια πιστεύει ότι θα μπορούσε να είχε γίνει μια σειρά ενεργειών για τη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αποφασισμένη να ταρακουνήσει την αδιάφορη εξουσία, προχωρά σε μια καινοτόμα κίνηση. Νοικιάζει τρεις κατεστραμμένες από το πέρασμα του χρόνου διαφημιστικές πινακίδες στον εγκαταλειμμένο παλιό δρόμο που οδηγεί στην πόλη και δημοσιοποιεί την κατηγορία της.

«Βιάστηκε και δολοφονήθηκε». «Και ακόμη καμία σύλληψη». «Πώς κι έτσι, αστυνόμε Γουίλομπι;». Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να εκνευρίσει τόσο τον αρχηγό της αστυνομίας Γουίλομπι, όσο και το δεύτερο στην ιεραρχία αξιωματικό Ντίξον, ένα ισχυρά ανώριμο και εξαρτώμενο από τη «μαμά» του άτομο, με βίαιες ροπές, έντονες ρατσιστικές και ομοφοβικές τάσεις. Η μονομαχία ανάμεσα στη χαροκαμένη μάνα και τους εκπροσώπους του νόμου συμπαρασύρει όλους τους κατοίκους της μικρής επαρχιακής πόλης και τα διασταυρούμενα πυρά τους εξοστρακίζονται πληγώνοντας αθώους.

Διαβάστε   Έκθεση Φωτογραφίας στο Μουσείο Κατσίγρα: Η μνήμη της πόλης- Λάρισα-Κατοχή-Απελευθέρωση 1941-44

“Παράλληλες λέγονται οι ευθείες που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο, δεν τέμνονται ποτέ και εκτείνονται ως το άπειρο”. Έτσι ισχυρίζεται η Ευκλείδεια Γεωμετρία (5ο Ευκλείδειο αίτημα). Κατά τον 19ο αιώνα όμως θεμελιώνεται από το μαθηματικό Ρίμαν η Ελλειπτική Γεωμετρία, η οποία –όπως και η Υπερβολική Γεωμετρία– αντιτίθεται στο πέμπτο Ευκλείδειο αίτημα και λέει ότι “δύο παράλληλες ευθείες καμπυλώνουν και τέμνονται μεταξύ τους”. Για να καταλάβετε, στην Ελλειπτική Γεωμετρία έχει βασιστεί η γενική Θεωρία της Σχετικότητας του Αϊνστάιν, μιας και η Γη καμπυλώνει το χωροχρόνο. Τέλος, έχει αποδεχθεί πως το Σύμπαν μας υπακούει σε αυτήν τη γεωμετρία. Πιο απλά, οι δύο γεωμετρίες συνδέονται με την εξής σχέση: η Ευκλείδεια Γεωμετρία αποτελεί ένα πολύ μικρό σημείο μίας καμπύλης Ρίμαν, στο οποίο οι νόμοι της Ευκλείδειας Γεωμετρίας εφαρμόζονται –εκεί– τέλεια.

Ο Μακντόνα –αν και πιθανόν να μην το γνωρίζει– είναι μαθητής του Ρίμαν. Ακολουθεί τη θεωρία της Ελλειπτικής Γεωμετρίας και ενώνει τις παράλληλες ευθείες του. Πρώτη ευθεία είναι η Μίλντρεντ Χέιζ. Οργισμένη και συντετριμμένη από την απώλεια της κόρης της αναζητά απεγνωσμένα τη  Δικαιοσύνη. Σαν ένας άλλος Κοενικός χαρακτήρας, ιδιόρρυθμη, εκκεντρική, θυμίζει έντονα τον Τζον Γουέιν. Δεύτερη ευθεία ο ωμός, αλλά θλιμμένος καρκινοπαθής αρχηγός της τοπικής αστυνομίας Ουίλιαμ Γουίλομπι –στο τελευταίο μάλιστα στάδιο της ασθένειας. Τρίτη ευθεία ο “ελαφρύς”, βίαιος, ρατσιστής – φυλετικά και σεξουαλικά– βοηθός του, Τζέισον Ντίξον.

Οι τρεις αυτές ευθείες καμπυλώνουν κάποια στιγμή και τέμνονται. Σημείο τομής τους η Δικαιοσύνη. Ο αστυνόμος, προτού πεθάνει, αφήνει ένα σημείωμα στη Μίλντρεντ γεμάτο στοργή, συμπάθεια και χιούμορ, στο οποίο της αναγνωρίζει το δίκιο και τη βοηθά (με τον τρόπο του) στον αγώνα της για την εξιχνίαση της δολοφονίας και του βιασμού της κόρης της. Ο Τζέισον, από την άλλη, μετά από μια “εκρηκτική” μεταξύ τους σύγκρουση, συνειδητοποιεί και αυτός το δίκιο της και προθυμοποιείται να τη βοηθήσει στην έρευνά της.

Ο Ιρλανδός θεατρικός συγγραφέας–σεναριογράφος–σκηνοθέτης των κινηματογραφικών «Αποστολή στη Μπριζ» (το 2008) και «Επτά Ψυχοπαθείς» (το 2012) και των θεατρικών επιτυχιών «Ο Πουπουλένιος», «Ο Υπολοχαγός του Ίνισμορ» και «Ο Κουλοχέρης του Σποκέιν», δημιουργεί μια  καλοστημένη σπαρακτική μαύρη κωμωδία, αν θέλετε μια δραματική κωμωδία με Κοενικές καταβολές, γεμάτη σπιρτάδα και φρεσκάδα.

Και μόνο τα τέσσερα βραβεία που κέρδισε στις Χρυσές Σφαίρες, οι εννέα Υποψηφιότητες στα British Academy Film Awards (BAFTA), το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ του Τορόντο, αλλά και οι εννέα Υποψηφιότητες για Όσκαρ προϊδεάζουν πως αναμένεται να υπάρξει μεγάλος ανταγωνισμός με το μεγάλο του αντίπαλο, «The Shape of Water». Φυσικά, από αυτό, κερδισμένοι είμαστε εμείς, οι θεατές.

Διαβάστε   Εντουάρ Ντελίκ: Γύρισα το "Γκωγκέν" σα να ήταν γουέστερν...

Το πορτραίτο της κωμόπολης του σημερινού αμερικάνικου νότου σκιαγραφείται με βιτριολικό χιούμορ, οξυδερκή κοινωνικά σχόλια, καταγγελίες κατά του ρατσισμού, της πολιτείας, της οικογενειακής –και όχι μόνο– βίας, της Εξουσίας, της συντηρητικής σύγχρονης Αμερικάνικης κοινωνίας, της Δικαιοσύνης και της αυτοδικίας. Πρόκειται για ένα ιδιοφυές σινεμά, πληθωρικό από συναισθηματικές εκρήξεις, αλλά συνάμα και από εκρηκτικές σιωπές. Κανένας χαρακτήρας δεν είναι μονοδιάστα καλός ή μονοδιάστα κακός. Οι χαρακτήρες είναι πολυδιάστατοι, κυρίαρχοι από το μανιχαϊστικό δίπολο του Καλού–Κακού. Με αργό, μεθοδικό, περίτεχνο τρόπο ο Μακντόνα μας παρουσιάζει την «άλλη πλευρά της Σελήνης». Όλα τα πρόσωπα κρύβουν σκοτεινές πτυχές στις μεταξύ τους σχέσεις.

Η Μίλντρεντ αντάλλαξε σκληρά λόγια με την κόρη της λίγο πριν το συμβάν, όπως με το γιο και τον πρώην σύζυγό της. Ο αδιάφορος και ειρωνικός Γουίλομπι είναι πολύ τρυφερός οικογενειάρχης, με λεπτή αίσθηση του χιούμορ, ηθικός και δίκαιος. Ο Ντίξον, παρόλη τη βία που υποθάλπει μέσα του και τον έντονο ρατσισμό που εκβράζει, είναι στοργικός με τη μητέρα του και τελικά προστατευτικός με τη Μίλντρεντ. Κάθε άτομο μοιάζει με βιτρίνα, πίσω από την οποία κρύβονται ανείπωτα μυστικά. Το φιλμ περιέχει πολλές μυστικές κρύπτες, με ανατροπές και εκπλήξεις. Πολλές φορές αδυνατείς να υποπτευθείς προς τα πού θα κινηθεί. Είναι φορές που μετατρέπεται σε γκροτέσκο και άλλες που γίνεται ανατρεπτικό. Είναι φορές που αναβλύζει ανθρωπιά και είναι φορές που πλημμυρίζει από το παράλογο.

Σιβυλλικό εντούτοις είναι το τέλος. Η Μίλντρεντ και ο Ντίξον, ενωμένοι, μονιασμένοι, σα να διέγραψαν μονοκοντυλιά τις προηγούμενες διαμάχες τους, κατευθύνονται οπλισμένοι, με αυτοκίνητο, στο Αϊντάχο, όπου βάσει στοιχείων που συνέλεξε ο αστυνομικός διαμένει ο ένοχος. Είναι σίγουροι ότι δεν είναι ο βιαστής της κόρης της, αλλά είναι επίσης σίγουροι ότι έχει βιάσει κάποιο άλλο κορίτσι, την κόρη κάποιας άλλης οικογένειας. Η στιχομυθία μεταξύ τους προκαλεί ανατριχίλα.

_ Είσαι σίγουρος γι’ αυτό;

_ Για το να σκοτώσουμε τον τύπο; Όχι, δεν είμαι. Εσύ;

_ Όχι, δεν είμαι σίγουρη. (Σιωπή). Πιστεύω ότι μπορούμε να το αποφασίσουμε στη διαδρομή.

Ο διάλογος αυτός μοιάζει με ατομική βόμβα που διαμελίζει συθέμελα κάθε έννοια Ηθικής. Ξεπερνά πλέον τα όρια της αυτοδικίας και της εκδίκησης. Περνά στα όρια του κτηνώδους ενστίκτου. Το μέχρι πρότινος προσωπικό τραύμα παύει να λειτουργεί ως άλλοθι για τιμωρία και μεταλλάσσεται σε τυφλό μίσος. Ενώ μέχρι πρότινος αρκούσε η σύλληψη του ενόχου, για να κατευνάσει την οργή της Μίλντρεντ, τώρα μοιάζει αδύναμη να την ξεδιψάσει από ικανοποίηση. Σταδιακά μεταμορφώνεται σε χειρότερο άτομο από αυτά που κατηγορούσε. Ατάραχα, ψυχρά και ήρεμα παραδέχεται πως η ζωή ενός ανθρώπου, ένοχου μεν, αλλά όχι εξαιτίας κάποιου καθαρά προσωπικού θέματος, κρέμεται από τη διάθεσή της κατά τη διαδρομή αυτού του ταξιδιού. Μήπως πιστεύετε ότι μετά τον άδικο φόνο θα νιώσει ανακούφιση; Όχι! Έτσι τυφλώνονται τα μάτια της ψυχής, έτσι νεκρώνονται τα συναισθήματα, έτσι μετατρεπόμαστε σε κτήνη, έτσι γινόμαστε Υπάνθρωποι. Πόση διαφορά έχει αυτή η σκέψη –έστω και αν δεν ολοκληρώνεται ως πράξη– από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα; Από το Ολοκαύτωμα; Από τους θανάτους που προκαλούνται μέσω drones με το πάτημα ενός κουμπιού τηλεχειριστηρίου από χιλιόμετρα μακριά;

Διαβάστε   Πως γυρίστηκε η ταινία του Γουές Άντερσον, "Το Νησί των Σκύλων"

 

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΙΝΑΚIΔΕΣ ΕΞΩ ΑΠO ΤΟ ΕΜΠΙΝΓΚ, ΣΤΟ ΜΙΖΟΥΡΙ (THREE BILLBOARDS OUTSIDE EBBING, MISSOURI)

Σκηνοθεσία: Μάρτιν ΜακΝτόνα

Ηθοποιοί: Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, Σαμ Ρόκγουελ, Γούντι Χάρελσον, Τζον Χοκς, Πίτερ Ντίνκλατζ

Διάρκεια: 115΄

 

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.