«Εντός Ορίων»: το σινεμά ως εργαλείο αφύπνισης

Του Γιάννη Τοτονίδη

Κλασικό σκηνικό σε μια χώρα που βρίσκεται σε πολεμική σύρραξη. Κάποτε ήταν το Ιράκ, αργότερα η Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν, η Ουκρανία… Σήμερα σειρά έχει η Συρία. Βρισκόμαστε σε ένα διαμέρισμα στη Δαμασκό, στην εμπόλεμη ζώνη της χώρας, το οποίο γίνεται καταφύγιο για εννέα ανθρώπους: τη μητριάρχη νοικοκυρά του σπιτιού Ουμ και τα τρία παιδιά της, τον Καρίμ, φίλο της μεγαλύτερης κόρης της, της Γιάρα, που εγκλωβίστηκε εκεί και περιμένει τον πατέρα του να έρθει να τον πάρει, τον πεθερό της, το νεαρό ζευγάρι γειτόνων από το πάνω διαμέρισμα με το νεογέννητο μωρό τους και μια οικιακή βοηθό. Ο άντρας τής Ουμ είναι κάπου στα χαρακώματα και πολεμάει για την πατρίδα, ενώ η ίδια, αυστηρή και επιβλητική, γίνεται προστατευτική ασπίδα για όλους. Έξω από αυτόν το μικρόκοσμο οι βόμβες πέφτουν τυφλά και οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ελεύθερους σκοπευτές. Οι βασικές ανάγκες (νερό, ρεύμα) έχουν εκλείψει και κάθε χτύπημα στην αμπαρωμένη πόρτα προκαλεί τρόμο. Η μικρή αυτή κοινωνία δίνει καθημερινά αγώνα, για να μείνουν ζωντανοί, για να κρατηθούν όρθιοι, με την επιβίωση να γίνεται η πρωταρχική τους προτεραιότητα. Εμείς παρακολουθούμε ένα 24ωρο της συνύπαρξης αυτών των ανομοιογενών ατόμων.

Οι ερπύστριες του Χρόνου

   κονιορτοποιούν στο πέρασμά τους

     κάθε μόριο ελπίδας,

      κάθε άτομο ονείρου,

      κάθε πυρήνα ευτυχίας

         αφήνοντας απλά στην άσφαλτο της Ζωής

           κάτι μονοδιάστατα, ξεραμένα σημάδια

Το φιλοξενούμενο νεαρό ζευγάρι πρόκειται να διαφύγει στη Γαλλία, αλλά καθώς ο άντρας βγαίνει από το σπίτι για να συναντήσει τον δημοσιογράφο και τον μεσάζοντα που θα τους βοηθήσουν, δέχεται τη σφαίρα ενός ελεύθερου σκοπευτή. Η υπηρέτρια και η Ουμ αποφασίζουν να μην αποκαλύψουν την αλήθεια στη νεαρή μητέρα. Στο μεταξύ, ο νεαρός Καρίμ ζωσμένος από τη νεανική φλόγα του έρωτα, φλερτάρει με τη Γιάρα, αγνοώντας το τραγικό σκηνικό που είναι στημένο έξω από τους τοίχους του σπιτιού. Ώσπου η Απειλή που μέχρι πρότινος χτυπούσε την πόρτα, βρίσκει τρόπο να εισβάλει κάνοντας πλέον το σπίτι να μοιάζει ευάλωτο και τα χοντρά προστατευτικά ξύλα πίσω από την πόρτα με εύθραυστες οδοντογλυφίδες. Για να δοθεί μια πινελιά αρχαίας τραγωδίας και τα αισθήματα απελπισίας, εγκλωβισμού, οργής, μίσους, θλίψης και ενοχής να περιστρέφονται σε δίνη στις ψυχές των εννέα ανθρώπων. Για να σε προκαλέσει και να αναρωτηθείς παρακολουθώντας τα δρώμενα: Πόσα και μέχρι πού μπορεί να φτάσει ή να θυσιάσει κάποιος προκειμένου να σώσει την οικογένειά του;

Αυτή η Βελγική παραγωγή αποτελεί μια ψυχολογική μελέτη, με θεατρική δομή, πάνω στις ζωές αυτών των ανθρώπων που είναι όμηροι στη χώρα τους, διαδραματιζόμενη μέσα σε ελάχιστους τοίχους κατά τη διάρκεια της φρικιαστικής καθημερινότητας που βιώνουν οι παραμένοντες στη χώρα, όπου οι επιλογές κινούνται στα όρια της Ζωής και του Θανάτου. Αφήνοντας “παρασάγγας μακράν” την -κατευθυνόμενη πολλές φορές ή ουδέτερη άλλες- ειδησεογραφική κάλυψη της επικρατούσας κατάστασης στη Συρία, προβάλλεται εδώ μια πιο εσωτερική ματιά στη φρικιαστική εκδοχή του πολέμου. Αν θέλετε, το μικροσκόπιο εστιάζει πιο κοντά και δίνει φως σε μια ομάδα που συνήθως παραμερίζεται σε τέτοιες ιστορίες: στον άμαχο πληθυσμό με επίκεντρο τη γυναικεία φωνή, τη γυναικεία οπτική της φρίκης.

Διαβάστε   The Grey: Ένας αλλά… Λύκος

Ο Γάλλος σκηνοθέτης και πρότερος Διευθυντής Φωτογραφίας, βλέπει το σινεμά, εκτός από τέχνη ή ψυχαγωγία, ως ένα εργαλείο αφύπνισης. Βοηθά τους θεατές να κατανοήσουν την πραγματικότητα με ένα βαθύτερο τρόπο μέσω της ενσυναίσθησης. Μετά το «The Day God Walked Away» (2009) με θεματική τη γενοκτονία στη Ρουάντα μέσα από την ιστορία μιας γυναίκας, δείχνει να επιμένει στα θέματα κοινωνικής κρίσης, καθώς επίσης και στη γυναικεία ματιά. Με τεχνική ντοκιμαντερίστικης αφήγησης εξερευνά την ανθρώπινη φύση, δίνοντας βήμα σε κοινούς θνητούς που κάλλιστα θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ήρωες. Με έντονα κλειστοφοβική και ασφυκτική σκηνοθεσία, με την κάμερα να κινείται αδιάκοπα στον περιορισμένο χώρο του θεατρικού σκηνικού σε μια δαιδαλώδη πορεία, καταφέρνει να μας εγκλωβίσει στο κάδρο του, κάνοντάς μας συμμέτοχους στη φρικιαστική ιστορία του. Μας εγκλωβίζει μαζί με τους χαρακτήρες του, δείχνοντάς μας πώς είναι ο πόλεμος μέσα και όχι έξω. Αφήνει τα χαρακώματα και επικεντρώνεται στους άμαχους. Αυτούς που ακούμε συχνά στις ειδήσεις ότι οι αντίπαλοι χρησιμοποιούν ως μοχλό πίεσης, για να πλήξουν τον εχθρό τους˙ κάτι που δε συνέβαινε στους προηγούμενους πολέμους. Η Φωτογραφία -αναμενόμενα- ταιριάζει απόλυτα με το ύφος της ιστορίας, ενώ οι ερμηνείες είναι συγκλονιστικές μεταφέροντας όλη την εσωτερική ένταση και την εκφραστικότητα του κάθε χαρακτήρα, δίνοντας χρώμα στις σκηνές-κλειδιά της ταινίας. Ξεχωρίζει φυσικά η εξαιρετική Χιάμ Αμπάς («Blade Runner 2049», «The Visitor», «Η Λεμονιά»), της οποίας η υποκριτική διαθέτει μια αρχοντική αύρα.

Πέρα από τα προτερήματα του Βαν Λιού διαπιστώνει κανείς -δυστυχώς- κάποια λάθη, μερικές φορές αφελή. Όπως αυτό με το νερό, που, ενώ είναι ελάχιστο, ενώ δεν ανανεώνεται, γίνονται τόσες πολλές χρήσεις του και ποτέ δεν τελειώνει. Επίσης, ο εχθρός που εισβάλλει στο διαμέρισμα δεν ταυτοποιείται. Είναι πρώην φίλοι; Προδότες; Καιροσκόποι; Υποτίθεται ότι είναι “οι φορείς του κακού”, αλλά παρουσιάζονται αρκετά φιλεύσπλαχνοι στο τέλος και ανθρωπιστές. Ακόμη, ενώ τη νύχτα οι βόμβες πέφτουν και η κατάσταση εξακολουθεί να είναι επικίνδυνη, στο σπίτι χρησιμοποιούν κεριά για να βλέπουν, αντί να αρκούνται στο όποιο φως της νύχτας, προκειμένου να μη γίνουν στόχος στους εχθρούς.

Διαβάστε   Hell or High Water: εχθροί για πάντα!

Πληροφοριακά, ο Βαν Λιού έκανε μια ταινία για τη Συρία, παρόλο που δεν την επισκέφτηκε ποτέ. Έγραψε το σενάριο μέσα από αφηγήσεις απλών ανθρώπων που συνάντησε. Η ιστορία “δένει” με κάθε σύγχρονο πόλεμο και αφορά κάθε άνθρωπο που βίωσε τη φρίκη του πολέμου. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε ένα αληθινό διαμέρισμα στη Βηρυτό, προκειμένου να ανταποκρίνεται το σενάριο πειστικότερα στις συνθήκες, στα ήθη, τα έθιμα και την νοοτροπία των ανθρώπων της Συρίας, ενώ οι ηθοποιοί είναι Σύριοι. Τέλος, η ταινία απέσπασε Βραβείο Κοινού στο Πανόραμα του 67ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου και Βραβείο Κοινού στο τμήμα “Ανοιχτοί Ορίζοντες” του 58ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

Εντός Ορίων – Insyriated – In Syria

Σκηνοθεσία: Φιλίπ Βαν Λιού

Ηθοποιοί: Χιάμ Αμπάς, Ντιαμάντ Αμπού Αμπούντ, Ζιλιέ Ναβί

Διάρκεια: 85΄

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.

 

 

 

Σχετικά Θέματα

Διαβάστε   Τα Ημερολόγια της Μοτοσικλέτας : Η γέννηση του Τσε