«Αφανισμός»: η Νέα Διαθήκη της Δημιουργίας

Του Γιάννη Τοτονίδη

Το Netflix ήδη έχει περάσει στο κινηματογραφικό υποσυνείδητο του σινεφίλ, ο οποίος γνωρίζει ότι οι ταινίες του είναι προσβάσιμες μόνο μέσω ψηφιακής πλατφόρμας. Γνωρίζει ότι δε θα τις αναζητήσει σε κάποια σκοτεινή αίθουσα, αλλά σίγουρα μπορεί να τις δει σε μια μεγάλη οθόνη. Όχι μιας κινηματογραφικής αίθουσας, αλλά στη δική του. Στο σπίτι του. Στο σαλόνι του ή στον υπολογιστή του. Γιατί πλέον οι διαστάσεις έπαψαν να αποτελούν προνόμιο των αιθουσών.

Μία από τις δεκάδες ταινίες που χρηματοδότησε το Netflix είναι η ταινία στην οποία αναφέρομαι στη σημερινή κριτική μου. Ο «Αφανισμός» έρχεται στην οθόνη του σπιτιού μας κυρίως λόγω Netflix, επειδή υπήρξε αντιπαράθεση ανάμεσα σε παραγωγούς και σκηνοθέτη για το τελικό προϊόν (θεωρήθηκε ιδιαίτερα διανοητική και τολμηρή, για να  κυκλοφορήσει στους κινηματογράφους, οι αντιδράσεις του κοινού στις δοκιμαστικές προβολές ήταν αποθαρρυντικές και ζητήθηκε να αλλαχθεί τόσο το τέλος της ταινίας, όσο και ο χαρακτήρας της Πόρτμαν, ώστε το προϊόν να βρει απήχηση σε ευρύτερο κοινό). Αφού ο δημιουργός της ταινίας βγήκε κερδισμένος από αυτή τη διαμάχη, θεωρήθηκε πως θα ήταν ασύμφορη οικονομικά να προβληθεί στις κινηματογραφικές αίθουσες και έτσι η ταινία πουλήθηκε στο Netflix και κυκλοφόρησε τελικά από την Paramount μόνο στις αίθουσες των ΗΠΑ, του Καναδά και της Κίνας.

Αυτό είναι ένα σημείο που θα πρέπει κάποια στιγμή να αναλύσουμε ενδελεχώς, αφού τελευταία συναντάμε συχνά αναγνωρισμένους δημιουργούς, οι οποίοι στραγγαλίζονται καλλιτεχνικά και εμπορικά, αδυνατούν να υποστηριχτούν από το mainstream σύστημα και καταφεύγουν στο Netflix ως σωτήρια δημιουργική λέμβο. Δεδομένου ότι με τον τρόπο αυτό η διανομή και η θέαση της ταινίας περιορίζονται στο streaming και όχι σε κάποια αίθουσα, που μέχρι πρότινος αποτελούσε τον απώτερο στόχο, αποδεικνύεται η κινηματογραφική μετάλλαξη την οποία βιώνουμε, αλλά μάλλον λίγοι συνειδητοποιούν.

Όξινη βροχή διαβρώνει                              την Καρδιά

υγραίνοντας την πυρίτιδα                                                    της Μνήμης.

Θυμάσαι τι και ποιος ήσουν;

Σκηνοθέτης είναι ο 48χρονος Λονδρέζος Άλεξ Γκάρλαντ, ο οποίος αρχικά ξεκίνησε ως συγγραφέας, στη συνέχεια άρχισε να σκηνοθετεί κάποια σενάριά του (λέγεται ακόμη ότι υπήρξε ουσιαστικός δημιουργός του «Dredd»), ενώ το 2014 μας έδωσε το «Ex Machina», κερδίζοντας κοινό, κριτικούς, Όσκαρ Οπτικών Εφέ και μια υποψηφιότητα για το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου. Πιστός υπηρέτης του sci-fi συνέχισε τη σκηνοθετική του πορεία υιοθετώντας το σενάριο από το πρώτο βιβλίο της «Τριλογίας της Νότιας Ζώνης» του Τζεφ Βαντερμίρ (Άγγλου συγγραφέα του “The Beach”, σεναριογράφου των «28 Days Later» και «Sunshine»). Πρόκειται για ένα δύσπεπτο βιβλίο, ένα ταρκοφσκικό sci-fi θρίλερ μυστηρίου που η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη έμοιαζε αδιανόητη.

Κάπου στο κοντινό μέλλον ο κόσμος βρίσκεται στο τέλος του. Σε μια δυτική ακτή των ΗΠΑ, γνωστή ως Area-X, μια ιριδίζουσα μάζα χρωμάτων, για την οποία επικρατεί πλήρης άγνοια ως προς την προέλευσή της, δείχνει να αφομοιώνει αργά και σταθερά οτιδήποτε είτε είναι περιοχή, είτε έμβιοι οργανισμοί (φυτά, δέντρα, ζώα)- έρχεται σε επαφή μαζί της και επεκτείνεται ολοκληρωτικά και δεσποτικά. Οι υπολογισμοί των επιστημόνων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι σύντομα θα αφανίσει όλο τον κόσμο. Όλες οι αποστολές στην ηλεκτρομαγνητική ζώνη έχουν καταλήξει σε καταστροφές και κανείς δεν έχει επιστρέψει ποτέ από εκεί μέσα. Εκτός, από τον Κέιν.

Διαβάστε   Η πρωταγωνίστρια της ταινίας "Roma" Γιαλίτζα Απαρίσιο μιλάει με τον Ντιέγκο Λούνα

Ο Κέιν, σύζυγος της Λένας, βιολόγου και πρώην στρατιωτικού, επέστρεψε σπίτι του σε κρίσιμη κατάσταση μετά από ένα χρόνο, έχοντας απολέσει σημαντικό τμήμα της μνήμης του. Κανείς δε γνωρίζει αν είδε κάτι, αν έπαθε κάτι, αν αποκόμισε κάποιες γνώσεις για την ιριδίζουσα μάζα χρωμάτων. Ούτε καν πώς γύρισε ή για ποιο λόγο. Η Λένα επιθυμεί να βρει τις απαντήσεις στα ερωτήματά της, να μάθει τι υπάρχει εκεί κι αν είναι επικίνδυνο, γι’ αυτό πείθεται εύκολα από την ψυχολόγο Δρ. Βέντρες να συμμετάσχει σε μια μυστική αποστολή στην καρδιά του φαινομένου, προκειμένου να σταματήσουν την εξάπλωση του εξωπραγματικού ανεξήγητου φάσματος. Συνοδοιπόροι σε αυτό το ταξίδι προς το άγνωστο και απροσδόκητο είναι μια ομάδα γυναικών επιστημόνων που αποτελείται (εκτός από τις δύο) από μια φυσικό, μια γεωλόγο και μια γιατρό. Όλες  κρύβουν κάποιον προσωπικό λόγο που τις ωθεί να συμμετάσχουν σε αυτήν την αυτοκαταστροφική αποστολή. Ενώ η μια τρομακτική κατάσταση διαδέχεται την άλλη και η ομάδα προσπαθεί να επιβιώσει, πληροφορούμαστε μέσα από φλασμπάκ τη σχέση της Λένας με τον Κέιν κατά το παρελθόν. Την απιστία της που σκιάζει την ψυχική ηρεμία της και τη γεμίζει ενοχές, εξαιτίας των οποίων προφανώς επιδιώκει να βοηθήσει τον σύζυγός της, ώστε να εξιλεωθεί η ίδια. Η συναισθηματική κατάστασή της συνδέεται άρρηκτα με τη διαστρέβλωση της Φύσης εντός της Area-X.

Στο “Shimmer” (“Λαμπύρισμα”), στη μυστηριώδη αυτή περιοχή, οι νόμοι της φύσης εκλείπουν, το τοπίο και τα πλάσματα που ζουν είναι μεταλλαγμένα και η απειλή για τη ζωή της ομάδας παρούσα σε κάθε βήμα της. Τα ανεξήγητα φαινόμενα είναι πολλά, τα φυτά αποκτούν νέα σχήματα και εμφανίζονται πλάσματα που δεν υπάρχουν στη φύση, αλλά αποτελούν διασταυρώσεις DNA ζώων προς το τρομακτικότερο και προς το ανελέητα επιθετικό. Η περιβαλλοντική καταστροφή που επιφέρει αυτή η μάζα είναι μη αναστρέψιμη. Όλα μοιάζουν γνωστά, αλλά είναι παντελώς διαστρεβλωμένα. Η γενετική μετάλλαξη εμφανίζει έναν εφιαλτικό καινούριο κόσμο ανείπωτης ομορφιάς που μέρα τη μέρα αυξάνει το μέγεθός του. Είναι ένας θαυμαστός νέος κόσμος, βουτηγμένος στη βία, στα πρόθυρα της Αποκάλυψης. Ένας κόσμος μετάλλαξης και αβέβαιων ορίων, όπου η βιολογική τράπουλα ανακατανέμεται.

Η ρήση του Σκοτεινού Έλληνα προσωκρατικού Φιλόσοφου Ηράκλειτου, “τα πάντα ρει, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν” βρίσκει εδώ την πλήρη υπόστασή της. Η ιδέα της συνεχούς αλλαγής διέπει ως Νόμος το Σύμπαν. Σύμφωνα με την άποψή του η διαρκής κίνηση και μεταβολή αποτελεί το θεμελιώδες χαρακτηριστικό της Πραγματικότητας, το οποίο εξέφρασε με την εικόνα ενός ποταμού που παραμένει ίδιος, ενώ το νερό που κυλάει μέσα του αλλάζει διαρκώς. Γι’ αυτό υποστήριζε ότι “δε μπορείς να μπεις δυο φορές στον ίδιο ποταμό”, επειδή ανά πάσα στιγμή ο ποταμός αλλάζει, οπότε ποτέ δεν είναι ο ίδιος ποταμός. Στην ταινία, στα όρια του φασματικού χώρου, το Παρόν καταστρέφεται και η Ζωή ανασυντίθεται. Κάθε οργανισμός του παραμορφωμένου Πραγματικού υφίσταται διαρκή κίνηση και μεταβάλλεται, μεταλλάσσεται σε κάτι διαφορετικό. Δεν παραμένει Ίδιον.

Διαβάστε   Ο κινηματογράφος στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1980

Από τα ανωτέρω αντιλαμβάνεστε ότι ο Γκάρλαντ σκηνοθετεί ένα υπαρξιακό ψυχογράφημα, με κομψότητα, φιλοσοφικό οραματισμό και οπτική μαγεία. Εκφράζει τη δική του εκδοχή της Δημιουργίας, όπου πάλι η Εύα εισέρχεται στο χώρο του Αδάμ, σε έναν άλλον Παράδεισο, πάλι γίνονται έκπτωτοι από αυτόν και πάλι μέσα από την τιμωρία-καταστροφή διαιωνίζεται το νέο Είδος. Πρόκειται για μια διαφορετική σπουδή πάνω στην Ύπαρξη, με φόντο έναν κόσμο που εισβάλλει σε έναν άλλον κόσμο, σκοτεινό, ιδιόμορφο και ανεξήγητο, σύμφωνα με την ανθρώπινη ψυχοσύνθεση. Η αλληγορία στον “εγκεφαλικό” «Αφανισμό» είναι εμφανής, με έντονη δόση έντασης και μυστηρίου. Σαφώς αναφέρεται στην αναζήτηση της (χαμένης) ταυτότητας και σαφώς αναφέρεται στο ενδόμυχο ταξίδι της υπόστασης του Ανθρώπου, ενώ το τέλος υπονοεί μιαν άλλη Διαθήκη.

Είναι μια βραδύκαυστη ταινία γενετικού τρόμου -στα πλαίσια του Φανταστικού- ενδεδυμένη με φεμινιστική φινέτσα. Το θέαμά της καθηλώνει τον θεατή και ζωντανεύει τις υπαρξιακές φοβίες του. Για να επιτευχθεί το ομολογουμένως εντυπωσιακό αυτό αποτέλεσμα της ψευδαισθησιακής – φαντασιακής μορφής sci-fi horror classic, ο σκηνοθέτης επέλεξε μια αξιόλογη ομάδα συνεργατών. Στη “μελαγχολική” λεπτομερή Φωτογραφία τον Ρομπ Χάρντι που δημιουργεί μια αίσθηση μουντής ατμόσφαιρας και στην Καλλιτεχνική Διεύθυνση τους Γκάρεθ Κάζινς, Σάιμον Έσλι, Ελέιν Κουσμίσκο, οι οποίοι απεικονίζουν με προσεκτικά ονειρικό τρόπο το λαμπύρισμα του φάσματος, μετουσιώνοντας τη Φύση σε τρομακτικό αντίπαλο, αφήνοντας σιβυλλικά να αιωρείται μια εξωγήινη ύπαρξη ή μια άλλη αλλόκοσμη διάσταση. Σημαντικό φορτίο στην επίτευξη του αποτελέσματος επιμερίζεται και στους ηθοποιούς που υποδύονται πειστικά τους ανασφαλείς χαρακτήρες (ιδιαίτερη μνεία πρέπει να  γίνει στην καθηλωτική Τζένιφερ Τζέισον Λι), στα ηχητικά εφέ και στην ανατριχιαστική μουσική των Τζέοφ Μπάροου και Μπεν Σάλισμπέρι που χτίζουν το αγωνιώδες κλίμα αυτού του άγνωστου κόσμου.

Η ταινία έπεσε θύμα σκληρής κριτικής, όχι για την ποιότητα της, αλλά επειδή κατηγορήθηκε για whitewashing από δύο οργανισμούς: τον Media Action Network for Asian Americans και τον American Indians in Film and Television. Αιτία οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες (ο χαρακτήρας της Πόρτμαν και της Τζένιφερ Τζέισον Λι), οι οποίοι ενσαρκώνονται από λευκούς ηθοποιούς, αν και το υπόλοιπο cast δεν αποτελείται από λευκούς. Βέβαια, αμφότεροι οι χαρακτήρες παρουσιάζονται ολοκληρωμένοι στην επόμενη νουβέλα του Τζεφ Βαντερμίρ “Authority”, όπου ο μεν χαρακτήρας της στρατιωτικού-Πόρτμαν περιγράφεται ως Ασιατικής καταγωγής (ο συγγραφέας την περιγράφει με μαύρα, παχιά φρύδια, στραβή μύτη και ψηλά ζυγωματικά), ο δε χαρακτήρας της ψυχολόγου-Τζένιφερ Τζέισον Λι περιγράφεται ως μισή Ινδιάνα και μισή Καυκάσια.

Ο Γκάρλαντ ισχυρίστηκε ότι δεν έχει διαβάσει καν τα υπόλοιπα βιβλία και πως το σενάριο ολοκληρώθηκε πριν δημοσιευτεί το δεύτερο βιβλίο, επομένως αγνοούσε την καταγωγή των χαρακτήρων, ενώ ο συγγραφέας ανέφερε ότι εκείνο που τον ενδιέφερε πρωτίστως ήταν όχι μια πιστή διασκευή, αλλά μια καλή διασκευή. Η αλήθεια είναι ότι στο βιβλίο οι ηρωίδες είναι ανώνυμες, ενώ ο σκηνοθέτης τις εμπλουτίζει με ολοκληρωμένη ταυτότητα, μέχρι και με πορτρέτο από την πρότερη ζωή τους. Επίσης, σε αντίθεση πάλι με το βιβλίο, ο σκηνοθέτης αδιαφορεί γι’ αυτό καθαυτό το Κακό, αλλά εστιάζει στην προσωπική αλλοίωση, στην αποσύνθεση του Εγώ, στον ατομικό “αφανισμό” και τελικά στην ατομική ανασύνθεση.

Επόμενο project του Άλεξ Γκάρλαντ είναι η σειρά (πάλι) επιστημονικής φαντασίας «Devs», την οποία ήδη έχει γράψει και θεματικά θα προσεγγίζει τη λογική του «Ex Machina». Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, θα κινείται στο χώρο της τεχνολογίας και ηρωίδα θα είναι η Λίλη, μια νεαρή μηχανικός υπολογιστών, η οποία θα ερευνά το αφεντικό της και την εταιρία που εργάζεται, επειδή, σύμφωνα με τις υποψίες της, αυτοί κρύβονται πίσω από την ξαφνική εξαφάνιση του συντρόφου της. Η σειρά θα αποτελείται από οκτώ επεισόδια, ενώ ο Γκάρλαντ έχει γράψει το πρώτο επεισόδιο, το οποίο και θα σκηνοθετήσει.

Διαβάστε   Νυχτερινός Ανταποκριτής: ο πόνος σου, η ζωή μου...

Θεωρώ πως θα ήταν σωστό σε κάποιο άλλο άρθρο να γίνει αναφορά στον ιδιαίτερο Τζεφ Βαντερμίρ, επειδή ανήκει σε μια νέα γενιά συγγραφέων που παρουσιάστηκαν στις αρχές αυτού του αιώνα, οι οποίοι συνεχίζουν την παράδοση των πιο ανορθόδοξων συγγραφέων του φανταστικού, όπως ο Λάβκραφτ. Ο ίδιος ονομάζει το είδος του ως «new weird fiction» (αλλόκοτη λογοτεχνία). Ελπίζω να μου δοθεί αυτή η ευκαιρία, γιατί πιστεύω ότι συχνά στο μέλλον θα συναντήσουμε διασκευές βιβλίων του.

Μπορεί ο «Αφανισμός» να μην είχε προορισμό τη μεγάλη κινηματογραφική οθόνη, αλλά μπορούμε άφοβα να πούμε ότι είναι μια μεγάλη ταινία έστω για την (όποιων ιντσών) μικρή οθόνη, που στέκεται ισάξια στην αφρόκρεμα των εκπροσώπων του sci-fi, προσφέροντας δυνατά φιλοσοφικά και ηθικά ερωτήματα: “το γήρας είναι ένα ψεγάδι των γονιδίων μας”, όπως λέει στην αρχή της ταινίας η ηρωίδα; Μήπως η Φύση έχει διαφορετικά γενετικά σχέδια από αυτά που φανταζόμαστε εμείς; Είναι η Αθανασία ο αντίποδας του Θανάτου; Μήπως η Εξέλιξη δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διαστρεβλωμένη δημιουργία; Ή μήπως ο “αφανισμός” του είδους μας είναι το μέσον του εξαγνισμού και μιας άλλης επιβίωσης, διαφορετική από αυτήν που το Συναίσθημά μας οραματίζεται;

Θα τη βρείτε στο Netflix με ελληνικούς υπότιτλους.

 

Αφανισμός  – Annihilation

Σκηνοθεσία: Άλεξ Γκάρλαντ

Ηθοποιοί: Νάταλι Πόρτμαν, Τζένιφερ Τζέισον Λι, Τζίνα Ροντρίγκεζ, Τέσα Τόμπσον, Τούβα Νοβότνι,  Όσκαρ Άιζακ

Διάρκεια: 115΄

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.