Wonderstruck: το μεγαλύτερο ταξίδι μας, το κάνουμε με την ψυχή μας

Του Γιάννη Τοτονίδη*

Στα μαθηματικά, όταν θέλουμε να ορίσουμε ότι ένας αριθμός, μια μεταβλητή ή συνδυασμός και των δύο συνυπάρχει σε όλους τους όρους μιας αλγεβρικής παράστασης, χρησιμοποιούμε την έννοια του κοινού παράγοντα. Με αυτόν, μια αλγεβρική παράσταση μετατρέπεται από άθροισμα σε γινόμενο.

Στην τελευταία (αλγεβρική παράσταση) δημιουργία του Αμερικανού σκηνοθέτη, σεναριογράφου και παραγωγού Τοντ Χέινς υπάρχουν πολλοί κοινοί παράγοντες: Η ηλικία (πρωταγωνιστές δύο ιστοριών είναι δύο παιδιά, ένα κορίτσι και ένα αγόρι). Η αναζήτηση του γονέα που είναι απών (η μητέρα στο κορίτσι, ο πατέρας στο αγόρι). Ο τόπος (το Μεγάλο Μήλο ή Νέα Υόρκη). Η απώλεια της δεύτερης κατά σειρά από τις πέντε Αισθήσεις (Ακοή). Και, τέλος, η κοινή καταγωγή. Όλα αυτά, ενώ τις δυο ιστορίες τις χωρίζει μια χρονική απόσταση 50 ετών, καλύπτοντάς τες με πάμπολλα καλλιτεχνικά πέπλα!

¨…μετατρέπεται από άθροισμα”. Πολλά τα πρόσωπα που αθροίζονται στην ιστορία. Επιτρέψτε μου να σας τα συστήσω. Στη μία ιστορία, εμφανίζεται πρώτος ο Μπεν, ένα 12χρονο αγόρι από την επαρχία της Μινεσότα του 1977, χωρίς μητέρα (δεύτερο πρόσωπο) και χωρίς να έχει γνωρίσει πατέρα (τρίτο πρόσωπο), το οποίο βλέπει συχνά στα όνειρά του λύκους. Διακαής πόθος του να μάθει οτιδήποτε αφορά τον πατέρα του. Από το πιο ασήμαντο, μέχρι το πιο σημαντικό. Όμως η μητέρα του, κάθε φορά που της απηύθυνε οποιαδήποτε ερώτηση σχετικά με τον πατέρα του, πάντα απέφευγε να του απαντήσει. Έως ότου η μητέρα σκοτώνεται σε αυτοκινητιστικό ατύχημα και ο Μπεν αναγκάζεται να μείνει με τους θείους του (άλλα τρία πρόσωπα, θεία, ξάδελφος, ξαδέλφη). Έτσι, ο πατέρας του παρέμεινε μια σκιά στην ψυχή του.

Στη δεύτερη ιστορία, εμφανίζεται η Ρόουζ (άλλο ένα πρόσωπο), ένα μοναχικό κορίτσι από το Νιού Τζέρσεϊ του 1927, που έχει στερηθεί την ακοή του εκ γενετής και ζει επίσης χωρίς μητέρα, αλλά με τον πατέρα της (κι άλλο πρόσωπο). Οι δυο λιλιπούτειοι ήρωες θα εγκαταλείψουν κάποια στιγμή τη γενέτειρά τους, ακολουθώντας τον πόθο να βρουν τον απόντα γονέα τους, οδηγούμενοι στη Νέα Υόρκη. Σε αυτήν την τεράστια, εκθαμβωτική πόλη, μέσα από μια αλληλουχία γεγονότων, θα ξετυλιχτεί ο μίτος της Αριάδνης και τα φαινομενικά παράταιρα πεπρωμένα τους θα γίνουν γέφυρες που θα υπερσκελίσουν αυτά τα 50 χρόνια που τους χωρίζουν.

Πρώτος ο Αμερικανός φιλόσοφος και ψυχολόγος Γουΐλιαμ Τζέιμς επινόησε το 1895 τον όρο «Πολυσύμπαν». Αργότερα, η επιστημονική κοινότητα απέδωσε μεταξύ άλλων και ονομασίες όπως “εναλλακτικά σύμπαντα“, “κβαντικά σύμπαντα“, “παράλληλες διαστάσεις“, “παράλληλοι κόσμοι“, “εναλλακτικές πραγματικότητες“, “εναλλακτικά χρονοδιαγράμματα” και “πλάνα διαστάσεων“. Αυτό που πολύ απλά σήμερα ονομάζουμε “παράλληλα σύμπαντα”. Στο «Wonderstruck» οι δυο ιστορίες διαφορετικών εποχών κινούνται θυμίζοντας παράλληλα σύμπαντα, με την ίδια αρμονική αφήγηση, κάνοντας άμεσα σαφείς αναφορές στο σινεμά της κάθε εποχής.

Διαβάστε   "Ταξιδεύοντας με τον Μίκη": πρεμιέρα την Πέμπτη 25 Οκτωβρίου 2018

Στην ιστορία του 1927, η βουβή μικρή Ρόουζ ξεκινά από το σπίτι της στο Νιού Τζέρσεϊ, όπου ζει με τον αυταρχικό πατέρα της, για να βρει τη μητέρα της, η οποία είναι είδωλο του βωβού κινηματογράφου και ζει στη μεγαλούπολη. Σε αυτήν την ιστορία οι εικόνες αποτυπώνονται ως ένα κομμάτι βωβού και ασπρόμαυρου σινεμά και η Νέα Υόρκη ασπρόμαυρη, στιλιζαρισμένη, πανέμορφη, λίγο προτού ξεκινήσει το “κραχ”.

Στην άλλη, του 1977, ο πρόσφατα ορφανός Μπεν, μετά από χτύπημα κεραυνού μένει κωφός και έχοντας έναν σελιδοδείκτη ενός βιβλιοπωλείου με μια αφιέρωση, σαν άλλος «Μικρός Πρίγκιπας», φεύγει από την επαρχιακή Μινεσότα και πηγαίνει στην άγνωστη Νέα Υόρκη, αναζητώντας τον πατέρα του. Εδώ, η Νέα Υόρκη παρουσιάζεται έγχρωμη, πολύχρωμη φυλετικά, λουσμένη στον πυρετό της καλλιτεχνικής αφύπνισης. Λιγοστά λόγια, εικόνες που βρίθουν από ποιητική δύναμη και λυρικά πλάνα που στοχεύουν κατευθείαν την καρδιά. Εξαίρετη και δύσκολη η Φωτογραφία του Έντουαρντ Λάκμαν!

Υπάρχουν στιγμές που οι εκ πρώτης όψεως τελείως ανεξάρτητες ιστορίες κινούνται σε δυο timelines, με το παράλληλο μοντάζ του Αφόνσο Γκονσάλβες, συνδέοντας την κοινή πορεία των δύο παιδιών, με μαγευτική συμμετρία, καθοδηγούμενα από το Θαύμα και την Ελπίδα. Κοινός τόπος δράσης και δραματικής πλοκής αποτελεί το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας που ανάγεται σε επίκεντρο της ύπαρξης τους. Τα δυο παιδιά κάνουν ένα ταξίδι αναζήτησης, όπου βιώνουν απρόσμενες εμπειρίες και συναντούν μοναδικούς ανθρώπους, με την αίσθηση της Ακοής -κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά- ερμητικά κλειστή σε ψυχικούς συμβιβασμούς, αντιβαίνοντας στα “πρέπει” και τα “θέλω” των ενηλίκων. Πέρα από τη Λογική και την Ασφάλεια, έχοντας ως λυδία λίθο στην καρδιά τους την Αγάπη. Να δώσουν και να πάρουν Αγάπη. Ένα παραμυθένιο ταξίδι παιδικής αθωότητας που πρόκειται αναπόφευκτα να τους οδηγήσει προς την ενηλικίωση.

“…μετατρέπεται, από άθροισμα, σε γινόμενο”. Ο Χέινς («Velvet Goldmine», «Ο Παράδεισος Είναι Μακριά», «I Am Not There», «Carol») συνεργάζεται για τρίτη φορά με τη μούσα του Τζούλιαν Μουρ, μετά το “Safe” (1995) και το “Far From Heaven” (2002), προσφέροντάς μας για πρώτη φορά τόση συναισθηματική πολλαπλότητα (γινόμενο). Η ταινία είναι ένα μεγαλόκαρδο, γλυκό, μοντέρνο, ευαίσθητο παραμύθι πάνω στη μαγεία του ήχου και της εικόνας, ένα road movie με ανήλικους πρωταγωνιστές, για μικρούς, αλλά και μεγάλους θεατές, μια καταγραφή της απώλειας, της περιθωριοποίησης και της μοναξιάς, με ένα μαγευτικό και συνάμα πολύ συγκινητικό φινάλε. Αρχικά, μοιάζει με παζλ και οι σεκάνς της σταδιακά βρίσκουν τη θέση τους στην αινιγματική πλοκή που ξετυλίγεται σταδιακά. Εκεί όμως που απογειώνεται είναι στο τελευταίο εικοσάλεπτο, όταν το θέαμα αποκτά μαγικές διαστάσεις, με μια σκηνή που μένει ανεξίτηλη στο μυαλό: Το μεγάλο διόραμα. Αυτό το σημείο αποτελεί το κλειδί της ταινίας, ξεσκεπάζοντας το βασικό θέμα της: η έμφυτη ανθρώπινη ανάγκη κάθε όντος να εξερευνήσει με πείσμα τις ρίζες του, μέχρι να ανακαλύψει τους όμοιούς του.

Διαβάστε   Bel Canto: Μια ταινία για τη σημασία και τη δύναμη της ανθρώπινης επαφής

… καλύπτοντάς τες με πάμπολλα καλλιτεχνικά πέπλα”. Το πρώτο που συνατάμε εξαρχής είναι το μυθιστορηματικό πέπλο, αφού η ταινία βασίζεται στο ομότιτλο εικονογραφημένο βιβλίο του συγγραφέα Μπράιαν Σέλζνικ, γραμμένο το 2011 (ο οποίος ανέλαβε τη σεναριακή διασκευή). Ο Σέλζνικ, επίσης, ενέπνευσε πριν μερικά χρόνια το Μάρτιν Σκορσέζε να μεταφέρει κινηματογραφικά ένα άλλο βιβλίο του, «Η Εφεύρεση του Ούγκο Καμπρέ», με τίτλο «Hugo». Επόμενο καλλιτεχνικό πέπλο είναι το απόφθεγμα του Ιρλανδού μυθιστοριογράφου, ποιητή, δραματουργού και κριτικού Όσκαρ Γουάιλντ. «Είμαστε όλοι μέσα στο βούρκο, αλλά μερικοί από εμάς κοιτάζουμε τ’ αστέρια». Αυτό το απόφθεγμα συχνά επαναλαμβάνεται στο δεύτερο καλλιτέχνη που συναντάμε, το Ντέιβιντ Μπάουι, στο «Space Oddity». Άλλο ένα καλλιτεχνικό ένδυμα της ταινίας είναι η μουσική διασκευή του «Τάδε Εφη Ζαρατούστρα» -η οποία συνειρμικά μας παραπέμπει στην «Οδύσσεια του Διαστήματος»- δοκιμίου που αρχικά έγραψε ο Φρίντριχ Νίτσε και αργότερα ενέπνευσε το Γερμανό μουσικοσυνθέτη του ύστερου ρομαντισμού Ρίχαρντ Στράους, με πρόθεση περισσότερο να σχολιάσει το έργο του διάσημου συμπατριώτη του, παρά να το αναπαραστήσει μουσικά, επιτυγχάνοντας όμως την πρωτοτυπία να είναι ένα από τα πρώτα μουσικά έργα που άντλησε την πηγή της έμπνευσής του από ένα φιλοσοφικό δοκίμιο.

Σύμφωνα με τον 56χρονο σκηνοθέτη, ο οποίος θεωρείται δεδομένο φαβορί για τα επερχόμενα βραβεία Όσκαρ, τρία ήταν τα στοιχεία που τον προσέλκυσαν στη μεταφορά αυτού του βιβλίου στη μεγάλη οθόνη: οι δύο ανεξάρτητες ιστορίες σε δύο τόσο διαφορετικές παρελθοντικές στιγμές, ο τρόπος που η κωφότητα που μοιράζονται τα δυο παιδιά επηρεάζει την πλοκή, αλλά και τις υπόλοιπες αισθήσεις που πρέπει να ενεργοποιήσει ο θεατής καθόλη τη διάρκεια της ταινίας και η ευκαιρία να γυρίσει μια ταινία που μπορούν να δουν και παιδιά. Για να γίνει μάλιστα πειστικότερη η ιστορία με τη μικρή Ρόουζ, ο Χέινς επέλεξε τη Μίλισεντ Σίμονς η οποία είναι στην πραγματικότητα κωφή.

Διαβάστε   Το δωμάτιο των θαυμάτων: η κουλτούρα των κωφών ως οπτική κουλτούρα

Η (κάθε) ταινία μοιάζει με το φαγητό. Άλλοι είναι λάτρεις των γκουρμέ πιάτων, με μικρές μεν μερίδες, αλλά ιδιαίτερες γευστικές. Αρέσκονται να γεύονται κάθε μπουκιά αργά, γαργαλώντας μεθυστικά τον ουρανίσκο τους. Άλλοι είναι λάτρεις της ποσότητας, χωρίς πολλές απαιτήσεις, αρκεί το πιάτο να είναι γευστικό. Το ίδιο υποκειμενικές λοιπόν είναι και οι ταινίες. Γι΄αυτό, δε θα σας πω αν οι ρυθμοί του φιλμ είναι αργοί και μονότονοι, αν είναι μικρής κλίμακας η ένταση και η δραματική κορύφωση ή αν η αφηγηματική ροή δεν έχει σταθερό πλάτος διακύμανσης. Αυτό που μπορώ όμως να σας πω με βεβαιότητα είναι ότι μετά την ολοκλήρωση τη ταινίας θα συγκινηθείτε και θα αναλογιστείτε, ότι κάποιες φορές ξεκινάς ένα ταξίδι για να εξερευνήσεις τα άστρα, αλλά στο τέλος καταφέρνεις απλά να ανακαλύψεις τον εαυτό σου. Γιατί, «το μεγαλύτερο ταξίδι μας το κάνουμε με την ψυχή μας», όπως είπε κάποτε ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος πρόσφατα κατάφερε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη, χωρίς όμως να αποτυπωθεί με το μεγαλείο και την επιβλητικότητα που εξέπεμπε. Αλλά αυτό είναι από… άλλη κριτική.

 

ΤΟ ΔΩΜAΤΙΟ ΤΩΝ ΘΑΥΜAΤΩΝ (WONDERSTRUCK)

Σκηνοθεσία: Τοντ Χέινς

Ηθοποιοί: Τζούλιαν Μουρ, Οουκς Φέγκλι, Μίλισεντ Σίμοντς, Τζέιντεν Μάικλ, Μισέλ Γουίλιαμς

Διάρκεια: 116΄

 

*Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.