The Purge (Η Κάθαρση): η πουριτανική θεολογία του ταξικά κατευθυνόμενου κοινωνικού αυτοματισμού

Του Νικολάου Α. Δεναξά *

Το 2013, έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες μια ταινία αμερικανικής παραγωγής, με τίτλο: «The Purge» («Η Κάθαρση»). Φυσικά η αναφορά σε μια κινηματογραφική ταινία και δη της κατηγορίας τρόμου, δεν έχει να κάνει με πρόθεση κριτικής σε στοιχεία που άπτονται της υποκριτικής ή της σκηνοθετικής δεινότητας των συντελεστών, αλλά στην κεντρική ιδέα της ταινίας και το πως αυτή τελικά επηρέασε το κοινό.

Η χρονική στιγμή που ιστορείται στην ταινία, βρίσκεται στο κοντινό μέλλον ή σε ένα εναλλακτικό παρόν. Ο τόπος είναι οι Η.Π.Α., ή οι νέες Η.Π.Α. όπως συνεχώς και επιτηδευμένα αναφέρεται στην ταινία σχεδόν από την αρχή της, για να τονισθεί μια συγκεκριμένη δομική αλλαγή στο μέχρι και σήμερα, γνωστό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι της χώρας αυτής. Στις νέες Η.Π.Α. λοιπόν, συντελέστηκε μια νέα πολιτική, οικονομική και κοινωνική επανάσταση, με επικεφαλής μια ομάδα «φωτισμένων» μεγαλοαστών, οι οποίοι ονομάζονται καταχρηστικά «New founding Fathers». Τα αποτελέσματα αυτής της επαναστατικής κίνησης, είναι η δραστική μείωση της ανεργίας (σχεδόν εξάλειψή της), η μείωση της εγκληματικότητας, η επάρκεια καταναλωτικών αγαθών, η ενεργειακή αυτάρκεια κ.α.

Πως λοιπόν, οι Νέοι φωτισμένοι ηγέτες κατόρθωσαν τόσα πολλά σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα; Στο πλαίσιο της επανίδρυσης της κοινωνίας και της εισαγωγής νέων ηθών και εθίμων που θα συνθέτουν μια νέα, αναγεννημένη και «ηθική» ταυτότητα για τους πολίτες, καθιερώθηκε η «ημέρα της Κάθαρσης». Μια φορά τον χρόνο, κατά τη διάρκεια αυτής της ημέρας, όλοι οι νόμοι για την οπλοκατοχή, την ανθρωποκτονία και τους βανδαλισμούς… αναστέλλονται. Κατά συνέπεια επιτρέπονται οι φόνοι (με εξαίρεση τους κρατικούς αξιωματούχους και

λειτουργούς), η καταστροφή περιουσιών (με εξαίρεση τα κυβερνητικά κτίρια και εγκαταστάσεις) και γενικότερα πάσης φύσεως αγριότητες, για ένα εικοσιτετράωρο. Οι πολίτες της χώρας είναι «ελεύθεροι» να κατευθυνθούν από τα κατώτερα ένστικτά τους, ευχαριστώντας ταυτόχρονα, μέσα από ένα ευφάνταστο τελετουργικό εμφανώς εμπνευσμένο από μασονική στοά, τους νέους τους ευεργέτες για αυτή τη δυνατότητα που τους δίδεται.

Μετά λοιπόν, το αρχικό σοκ που ο κάθε ευαισθητοποιημένος θεατής μπορεί να υποστεί, αρχίζει και αντιλαμβάνεται τις ιδιαίτερες λεπτομέρειες αυτού του θεσμοθετημένου και κρατικά υποκινούμενου – σύμφωνα πάντα με τα όσα διαδραματίζονται στην ταινία – εικοσιτετράωρου χάους, που αποτελεί και την κεντρική ιδέα του έργου: η εξάλειψη της φτώχειας, της ανεργίας, της εγκληματικότητας κ.λπ. που ορίζονται – όχι μόνο εδώ – ως δομικές δυσλειτουργίες του καπιταλιστικού συστήματος, δεν κατακτήθηκαν μέσα από στοχευμένες δράσεις της πολιτείας για την καταπολέμηση αυτών των κοινωνικών παθογενειών, αλλά από την κυνικά υπεραπλουστευμένη θεσμοποίηση της βιολογικής εξαφάνισης των φτωχών! Με συνθήματα όπως «Σκοτώστε τους φτωχούς» ή «Οι φτωχοί είναι σκουπίδια», η ταινία μέσα από πολύ έντονες σκηνές, αποτυπώνει μια χαοτική κατάσταση, όπου ο κοινωνικός αυτοματισμός και η ταξική πάλη λαμβάνουν εξωφρενικές διαστάσεις.

Διαβάστε   Μελίνα σε θυμόμαστε...

Η ταινία ήταν εμπορική επιτυχία (περίπου 3 εκατομμύρια δολάρια απαιτήθηκαν για την παραγωγή ενώ οι εισπράξεις από τα εισιτήρια και τα δικαιώματα επαναπροβολής άγγιξαν περίπου τα 100 εκατομμύρια δολάρια) και ακολούθησαν και άλλες 2 με την ίδια, αν όχι μεγαλύτερη, αποδοχή του κοινού. Το ζήτημα λοιπόν, σ’ αυτό το σημείο, δεν είναι η ταινία αυτή καθ’ αυτή, ούτε μια ευσεβίστικη ή ηθικίστικη κριτική απέναντι σε ένα αμφιλεγόμενο κινηματογραφικό προϊόν. Άλλωστε, είναι πρόδηλο ότι η ελευθεριότητα που εμμέσως αλλά αποτελεσματικά επιβάλλεται ως συνήθεια και γενικότερη κατάσταση, από την παγκοσμιοποίηση, δίνει τη δυνατότητα έκφρασης και στην πιο νοσηρή φαντασία, με τους αυτουργούς να επικαλούνται την υπερβατικότητα της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ακόμη και αν μιλάμε για ένα – εξ αντικειμένου – ανοσιούργημα!

Εκεί που θα έπρεπε να εστιαστεί η προσοχή του όποιου καλοπροαίρετου παρατηρητή ή σχολιαστή, είναι η αποδοχή του κοινού στην ταινία και κατά συνέπεια, η επιρροή και ο κοινωνικός αντίκτυπος που είχε ένα κινηματογραφικό έργο με τόσο έντονα μηνύματα, σε μια περίοδο γενικής έκλυσης των ηθών ιδιαίτερα όταν αυτό συνδυάζεται και με τις συνέπειες της καπιταλιστικής κρίσης (φτώχεια, ανεργία κ.λπ.). Σχεδόν αμέσως μετά την πρώτη προβολή της ταινίας και της επιτυχίας που σημείωσε, οι τοπικές αστυνομικές αρχές σε διάφορες πολιτείες των Η.Π.Α. αλλά και σε άλλα κράτη, κυρίως του Δυτικού κόσμου, συνέλαβαν αρκετούς, ως επί το πλείστον νεαρούς σε ηλικία, οι οποίοι μέσω του διαδικτύου, προσδιόριζαν μια συγκεκριμένη ημέρα ως «Ημέρα Κάθαρσης» προσκαλώντας και άλλους για την υλοποίηση του εγχειρήματος αυτού. Οι αφορμές αλλά και οι στόχοι ποικίλουν ανάλογα με την περίσταση: άλλοτε το κάλεσμα είχε φυλετικό ή θρησκευτικό υπόβαθρο και άλλοτε – όπως και στην ταινία – ταξικό. Εδώ λοιπόν εστιάζεται ο όλος προβληματισμός: υπάρχει ανάγκη από ορισμένους σήμερα, στο πλαίσιο ενός στείρου μιμητισμού, να αναπαράγουν όσα είδαν σε μια ταινία μυθοπλασίας; Πρόκειται για την ανάπτυξη μιας ορισμένης ψυχοπαθολογίας από ένα ορισμένο σύνολο ανθρώπων ή απλά για μια εγκατεστημένη νοοτροπία που αναγωγικά εφαρμόζεται υπό τη μορφή επιβαλλόμενων «προγραμμάτων οικονομικής προσαρμογής»;

Δεν μας είναι ξένη η νοοτροπία του ταξικού εκλεκτικισμού, που έχει τις ρίζες του στην φεουδαρχία. Η περιχαράκωση δηλαδή, της άρχουσας τάξης και η με όποιο τίμημα διασφάλιση των συμφερόντων της. Ο Πουλαντζάς και ο Αλτουσέρ θεωρούσαν πως το κράτος είναι η υλική συμπύκνωση της ταξικής πάλης. Στον καπιταλισμό, πέρα από τις όποιες παραχωρήσεις μπορεί να υπήρξαν από το σύστημα στους de facto ταξικούς του αντιπάλους (8ωρο, κοινωνικό κράτος κ.λπ.), η βασική εκμεταλλευτική κατεύθυνση παραμένει. Οι Ορθόδοξοι Πατέρες, με εντελώς διαφορετικές προϋποθέσεις και έξω από το υλιστικό – συγκρουσιακό πλαίσιο των μεταγενέστερων τους κοινωνιολόγων και οικονομολόγων, υποστηρίζουν πως κάθε εξουσία και άρα και η καπιταλιστική με όποια της μορφή (κράτος, επιχείρηση κ.λπ.), υπάρχει κατά παραχώρηση του κοινωνικού συμβολαίου, χωρίς όμως αυτό να επιτρέπει την κατάχρηση της.

Διαβάστε   Λίαμ Νίσον: Έψαχνα έναν «μαύρο μπάσταρδο» για να σκοτώσω

Οι εξοντωτικές για την κοινωνία πολιτικές της νεοφιλελεύθερης λιτότητας που επιβάλλονται διαχρονικά από τα εκάστοτε κέντρα εξουσίας, σύμφωνα με τους θιασώτες τους, ανοίγουν ευκολότερα τον δρόμο για «ενάρετους κύκλους» της οικονομίας. Επί μέρους συστημικές παθογένειες όπως η φοροδιαφυγή και η διαφθορά, έχουν ταξικό πρόσημο και αφορούν μόνο όσους βρίσκονται στα μεσοστρώματα ή και κάτω από αυτά, καθώς από επιπόλαιη επιλογή και ανεύθυνη στάση απέναντι στο σύνολο, οι πληβείοι αυτού του κόσμου, επιλέγουν να φοροδιαφεύγουν, ως ελάχιστο δείγμα διαμαρτυρίας απέναντι στην καπιταλιστική εξουσία. Αυτοί λοιπόν, είτε με το ξέσπασμα μιας δομικής καπιταλιστικής κρίσης, είτε με την διόγκωση ορισμένων αρνητικών δεικτών της καπιταλιστικής οικονομίας (πληθωρισμός), επιβάλλεται να «συνετιστούν», να «παιδαγωγηθούν», να «καθαρθούν», ακόμη και να… εξαφανιστούν βιολογικά, μετανοώντας για τα οικονομικά τους «αμαρτήματα». Το πολιτικό και οικονομικό δόγμα που επιβάλλεται υπό τη μορφή «Μνημονίων κατανόησης» στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια, με ανυπολόγιστο κοινωνικό κόστος, συνοδεία μιας ειδεχθούς ρατσιστικής ρητορικής περί «τεμπέληδων Ελλήνων», είναι κάτι παραπάνω από χαρακτηριστικό. Μόνο που η υπεραπλούστευση που αφειδώς η προτεσταντική ηθική του πνεύματος του καπιταλισμού, αναπαράγει, επιμελώς αποκρύπτει τις πραγματικές αιτίες μιας καπιταλιστικής κρίσης ή της όποιας επί μέρους δομικής δυσλειτουργίας ενός κοσμικού πολιτικο-οικονομικού οικοδομήματος.

Κύρια αιτία για το ξέσπασμα μιας καπιταλιστικής κρίσης, είναι η υπερσυσσώρευση πλούτου και η ανικανότητα ή απροθυμία των εχόντων να τον επανεπενδύσουν στην πραγματική οικονομία. Οι Ορθόδοξοι Πατέρες κάνουν λόγο για «ακοινώνητο πλούτο», ο οποίος ως μέγεθος είναι η απόδειξη του ανθρώπινου εγωισμού και της εγκληματικής – για το σύνολο – μονομανίας. Οι άνθρωποι δεν πρέπει να έχουν ως σκοπό τη συσσώρευση υλικών αγαθών και την επιβολή τους, ως οικονομικά ισχυροί, απέναντι στους υπόλοιπους, αλλά τη συνετή διαχείριση των εγκοσμίων, επ’ ωφελεία και του συνόλου αλλά κυρίως της ψυχής τους. Μοναδικός ιδιοκτήτης όλων των αγαθών (υλικών και μη) είναι ο Θεός. Ο ι. Χρυσόστομος, ελέγχοντας αυτή την ανθρώπινη αδυναμία, διαχωρίζει τα αγαθά σε ελεύθερα και μη ελεύθερα. Ανάλογα με τον τρόπο που διαχειρίζεται κάποιος τον πλούτο που είτε κληρονόμησε, είτε απέκτησε, θα κριθεί όταν θα έρθει η ώρα να βρεθεί ενώπιον του Ιερού Θυσιαστηρίου.

Διαβάστε   Hell or High Water: εχθροί για πάντα!

Η μαλθουσιανή λογική που υποστηρίζει πως η αύξηση του πληθυσμού είναι αντιστρόφως ανάλογη με την οικονομική ανάπτυξη και άρα είναι επιβεβλημένη η δραστική μείωση του πληθυσμού επ’ ωφελεία της «ευημερίας των αριθμών», είναι μέσα στο πνεύμα του νεοφιλελευθερισμού και αποτυπώνεται παραστατικότατα και στην προαναφερθείσα κινηματογραφική ταινία, που στάθηκε και η αφορμή για την παρούσα εισήγηση. Πνευματικές αξίες – και όχι φιλοσοφικές ή οικονομικές ή πολιτικές έννοιες – οι οποίες συνθέτουν το μήνυμα της οικουμενικής Ορθοδοξίας, της Χριστιανικής παγκοσμιότητας, όπως αυτές του ελέους, της φιλανθρωπίας και της καταλλαγής, απουσιάζουν από το πνεύμα του καπιταλισμού και τα οικονομίστικα δόγματα της «ευσεβείας» του συστήματος. Όπως ακριβώς και στην ταινία, έτσι και στην ζώσα πραγματικότητα της βίαιης οικονομικής εκμετάλλευσης, ο «άλλος» είναι είτε ο φτωχός, είτε ο πλούσιος και εξ’ αιτίας της διαφορετικότητας του, καθίσταται μισητός εχθρός που είτε πρέπει να περιοριστεί δραστικά είτε και να εξαφανιστεί. Στο πλαίσιο της αυτοσυνειδησίας του ατόμου, δεν χωρά η διαφορετικότητα, δεν νοείται σεβασμός στην ετερότητα. Επιπλέον, οι αρνητικές αντιδράσεις που πυροδοτήθηκαν από την ταινία, συνδέονται με την επιτηδευμένα προβεβλημένη λάμψη της άρχουσας τάξης, των προκλητικών ανέσεων μέσα στις οποίες ζει, στα αυτονόητα που φαίνεται να έχει εξασφαλίσει. Ο θεατής, μοιραία ταυτίζεται και ίσως να δικαιολογεί και τις όποιες βιαιότητες ακολουθούν επί σκηνής. Άλλωστε, ακόμη και σε φαντασιακό επίπεδο, κανείς δεν επιθυμεί να βρίσκεται στη θέση του αδύναμου.

 

 

Κάθαρση (The Purge, 2013)

Σκηνοθεσία: Τζέιμς ΝτεΜόνακο

Ηθοποιοί: Ίθαν Χοκ, Λίνα Χέντι, Μαξ Μπερκχόλντερ

Διάρκεια: 85΄

* Δρ. Θ. Διδάσκων Τμ. Κοινωνικής Θεολογίας ΕΚΠΑ (πρώτη δημοσίευση: http://fractalart.gr)