Phantom Thread: Μια αίσθηση ήσυχου θανάτου…

Του Γιάννη Τοτονίδη

 

Για να ραφτεί ένα ρούχο απαιτούνται: Υλικά (υφάσματα, κλωστές, βελόνες, παραμάνες), Εργαλεία (μεζούρα, ψαλίδι, σαπουνάκι για σημάδι, ξηλωστήρι, διάφοροι χάρακες, καμπυλόριγα), Μοδίστρες (για τα βασικά γαζιά, για να μασουρίζουν, να περνούν την κλωστή, να προετοιμάσουν τα υφάσματα, να μαρκάρουν, να κόψουν, να αντιγράψουν πατρόν, να καρφιτσώσουν, να καρικώσουν και αν κάτι πάει στραβά να ξηλώσουν), οι οποίες να διαθέτουν επιπλέον τεχνικές (να στριφώνουν, να βάζουν φερμουάρ, να κάνουν απλικέ και να ανοίγουν κουμπότρυπες), αλλά πάνω από όλα ένα άτομο που θα γεννά projects-ιδέες, για να τα βάλει σε εφαρμογή. Αυτό το άτομο ονομάζεται Σχεδιαστής ή Σχεδιάστρια ρούχων.

Ακριβώς ανάλογα, για να πραγματοποιηθεί μια ταινία απαιτούνται: Υλικά (καλό Σενάριο, “αληθινοί” χαρακτήρες, ατάκες και διάλογοι ρεαλιστικοί), Εργαλεία (ηθοποιοί), Τεχνικοί (Διευθυντής Φωτογραφίας, Μοντέρ, Συνθέτης Μουσικής, Ηχολήπτης, Σκηνογράφος, Ενδυματολόγος, Ειδικός των Εφέ κ.α.), οι οποίοι να διαθέτουν επιπλέον τεχνικές (να “συλλαμβάνουν” το όραμα του Σεναρίου, να “υφάνουν” με την τέχνη τους τα ανάλογα Συναισθήματα, να κάνουν αληθοφανή τα σεναριακά απαιτούμενα), αλλά πάνω από όλα ένα άτομο που θα γεννά projects-ιδέες, για να τα βάλει σε εφαρμογή. Αυτό το άτομο ονομάζεται Σκηνοθέτης.

Η «Αόρατη Κλωστή» διαθέτει άριστα Υλικά, άριστα Εργαλεία, επιπλέον τεχνικές και έναν πολύ καλό Σκηνοθέτη. Εντούτοις, το υψηλής ραπτικής ένδυμα που προτείνει δε φέρει την αισθητική προηγούμενων προϊόντων (τύπου «Boogie Nights», «Magnolia», «Punch-Drunk Love», «There Will Be Blood») στο επίπεδο που μας είχε εκθαμβώσει και προκαλέσει ντελίριο.

Στο τελευταίο δημιούργημά του ο Άντερσον μας μεταφέρει στο μεταπολεμικό Λονδίνο της δεκαετίας του ’50. Εκεί ο θρόνος της βρετανικής υψηλής ραπτικής έχει καταληφθεί από τον τελειομανή σχεδιαστή ρούχων Ρέινολντς Γούντκοκ, ο οποίος ντύνει γαλαζοαίματους, αστέρες του κινηματογράφου και εκπροσώπους της ανώτατης κοινωνικής τάξης. Στυλοβάτης όμως και άοκνος βοηθός αυτού του Οίκου Μόδας είναι η αδερφή του, η Σίριλ, η οποία φροντίζει όλα να κυλούν ομαλά, έχοντας αναλάβει και το δύσκολο έργο της απομάκρυνσης της εκάστοτε μούσας (κι ερωμένης) του αδερφού της, όταν η επιρροή της γοητείας της παύει να υφίσταται και τον καθοδηγεί σαν ένας πολύ καλός μάνατζερ. Αυτή είναι η μοναδική σταθερή γυναίκα στη ζωή του ιδιόρρυθμου εργένη.

Όλα όμως αλλάζουν, όταν ο μονομανής Ρέινολντς δραπετεύοντας στην εξοχή από την τελευταία του ερωμένη, μετά από συμβουλή της Σίριλ, θα γνωρίσει στο εστιατόριο που καταφεύγει τη νεαρή σερβιτόρα Άλμα, η οποία θα γίνει ερωμένη και μούσα του. Αλλά η Άλμα δε μοιάζει με τις προηγούμενες και δείχνει αποφασισμένη να εδραιωθεί στην τακτοποιημένη ζωή του σχεδιαστή ρούχων. Με την ορμή που την οπλίζει η Νιότη αγνοεί τους κανόνες και τις ευγενικές συστάσεις της Σίριλ για απόσταση, ξεδιπλώνει την προσωπικότητά της, προσπαθεί να του μάθει το ρήμα “μοιράζομαι” και σταδιακά οδηγεί τον συγκεντρωτικό, αλλά και αυταρχικό Ρέινολντς να της παραδοθεί. Μια παράδοση, όμως, που δε θα αφήσει αλώβητους τελικά και τους δύο, θα μεταμορφώσει την ερωτική τους σχέση και θα δώσει πνοή στο νεκρωμένο συναισθηματικά σπίτι.

Διαβάστε   Ψηφιακός υλισμός

Αισθηματικό δράμα εποχής, ρομαντική ιστορία αγάπης, με το μανδύα του ψυχολογικού θρίλερ, ποτισμένη με το δηλητήριο μιας σχέσης ανάμεσα σε δυο αβυσσώδεις ψυχές: έναν εμμονικό περφεξιονίστα και μια γυναίκα που λαχταρούσε να αγαπηθεί και να προσφέρει ανιδιοτελώς την καρδιά της στον αγαπημένο της. Ο Άντερσον αγκαλιάζει το φιλμικό σώμα με το λείο μετάξι του Έρωτα και φιλοτεχνεί με πυκνό βελούδο τον ψυχρό κόσμο της καλλιτεχνικής κομψότητας, με το μινιμαλισμό μιας μουσικής δωματίου αντί συμφωνικής ορχήστρας. Δεν είναι όμως κατάλληλο το υλικό του που, αν το εξετάσεις λεπτομερέστερα, θα διακρίνεις ρετάλια από φθηνά υφάσματα.

Καταρχάς, με ξένισε η προφορά του σχεδιαστή. Βρετανός που μιλά με ξενική προφορά, λες και ακούς τον Μπαντέρας, δεν το κατάλαβα. Για ποιο λόγο; Τί θέλει να περάσει ο Άντερσον; Γιατί η αδελφή του και όλοι οι υπόλοιποι ακούγονται τόσο Βρετανοί, ενώ ο ίδιος όχι; Με πόση ευκολία -προφανώς για σεναριακή διευκόλυνση- εντυπωσιάστηκε από μια σερβιτόρα, η οποία δε διαθέτει κάποια φινέτσα, κάτι που να δικαιολογεί την έλξη του προς αυτήν; Θα πείτε “ο έρωτας είναι τυφλός”. Εντάξει. Αλλά, πάλι, δε συνάδει με τον χαρακτήρα του. Ένας τελειομανής, εγωκεντρικός, εγωιστής, εμμονικός περφεξιονίστας, ένας επιβεβαιωμένος εργένης που ακόμη και τα σπαράγγια του τα τρώει μόνο με λάδι και αλάτι και όχι με βούτυρο -όπως του τα ετοίμασε σε μια καταστροφική έκπληξη η Άλμα- να συνάπτει σχέση με μια γυναίκα κατώτερης τάξης; Δε μας δίνει ο σκηνοθέτης δικαίωμα να το προσπεράσουμε τόσο απλά.

Η ταινία, όπως ξεκινά, διαφαίνεται ως ένα ερωτικό παιχνίδι κυριαρχίας και επιβολής που παρασύρεται μετέπειτα στην τυραννική μεγαλομανία του αδηφάγου καλλιτέχνη, για να μεταλλαχθεί τελικά σε μια παραλλαγή της Πεντάμορφης και του Τέρατος, όσον αφορά τον εξευγενισμό του Τέρατος, την εξανθρώπισή του και την κοινωνικοποίησή του από μια όμορφη, πλην όμως δηλητηριώδη ερωμένη. Το άνισο τρίγωνο άνδρας-γυναίκα-αδερφή άντρα, βουτηγμένο σε μια αυστηρή ρουτίνα, μαγεύει τις αισθήσεις με τα εικαστικά καλοραμμένα ιμπρεσιονιστικά κάδρα του και τα δημιουργήματα του Μαρκ Μπρίτζες, ο οποίος δημιούργησε τα πάντα από την αρχή, με τα ρούχα να αντανακλούν την ψυχολογία των χαρακτήρων, ώστε είναι στιγμές που θαρρείς ότι βλέπεις ταινία του Άιβορι με τις τόσες ανούσιες λεπτομερείς περιγραφές. Από την άλλη, αυτό ακριβώς κουράζει και εκτοπίζει το βάρος της ιστορίας, η οποία είναι ισχνή και ενίοτε αφελής. Πώς αλλιώς να ονοματίσω το κλισέ -προς το τέλος- όταν εξομολογείται ο Ρέινολντς στην αδελφή του το λάθος του να παντρευτεί την Άλμα και εκείνη ακριβώς τη δεδομένη στιγμή αυτή να ανοίγει την πόρτα -χωρίς να κτυπήσει, ενώ ξέρει πόσο δύστροπος είναι ο άντρας της- και να ακούσει -χωρίς να γνωρίζει ότι είναι πίσω του- να την αποδομεί συθέμελα. Όπως ομολογεί ο ήρωας: “υπάρχει μια αίσθηση ήσυχου θανάτου”˙ “σε αυτήν την ταινία”, θα συμπλήρωνα εγώ. Αν κάτι αφοπλίζει τις αντιρρήσεις, είναι η σμιλευμένη σικάτη τζαζ του Όσκαρ Πίτερσον και η πληρότητα του score από τον Τζόνι Γκρίνγουντ των Radiohead, βυθίζοντάς μας γλυκά στη δίνη της μελαγχολίας.

Διαβάστε   Βιμ Βέντερς: αντιμετώπισα τους Τζιχαντιστές ως ανθρώπινα όντα...

Για τον Πολ Τόμας Άντερσον η αισθητική της ταινίας είχε ύψιστη σημασία, γι’ αυτό εκτός από το σενάριο, την παραγωγή, τη σκηνοθεσία, υπογράφει και τη Διεύθυνση Φωτογραφίας. Αφορμή για την ταινία αποτέλεσε η ζωή και ο μοναχικός βίος του Ισπανού σχεδιαστή μόδας Κριστόμπαλ Μπαλενθιάγα. Η ενδελεχής όμως μελέτη για την haute couture τον οδήγησε στην απόφαση, η ταινία να πραγματεύεται την  ιστορία της Αγγλίας και των ιδιαίτερων υφασμάτων που προέρχονταν από τις Βρετανικές Νήσους. Και, τελικά, αποφασίστηκε η ιστορία να λάβει χώρα στο Λονδίνο, την περίοδο ακριβώς μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τότε που οι μεγάλοι οίκοι μόδας ήταν οικογενειακές επιχειρήσεις και διευθύνονταν συνήθως από αδέρφια. Ο δε γνωστός για τον ιδιαίτερο τρόπο που ενδύεται τους ρόλους του, Ντάνιελ Ντέι Λούις, παρακολούθησε επί μήνες εξειδικευμένα σεμινάρια, ώστε να μάθει να κόβει και να ράβει. Προσωπικά θα προτιμούσα με κάποιον άλλο ρόλο να έκλεινε την παρένθεση της υποκριτικής του. Τέλος, η συγγραφή του σεναρίου κράτησε δύο χρόνια.

Ο τίτλος «Αόρατη Κλωστή» παραπέμπει στη Βικτωριανή εποχή, όπου οι ράφτρες στο Ανατολικό Λονδίνο εργάζονταν ατελείωτες ώρες κάτω από άθλιες συνθήκες, γεγονός που τις εξουθένωνε σωματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά τόσο πολύ, ώστε ακόμα και εκτός δουλειάς να κάνουν πως ράβουν στον αέρα, σαν αυτόματα. Επίσης, υπαινίσσεται μια παρουσία-φάντασμα, κάτι που υπερβαίνει τα όρια της ανθρώπινης πραγματικότητας και αντίληψης, απέναντι στο οποίο είμαστε τελείως ανίκανοι να αντιδράσουμε. Περισσότερο, όμως, θεωρώ ότι αναφέρεται στα αόρατο νήμα από το οποίο υφαίνεται μια δηλητηριώδης, παρεκτροπική σχέση Αγάπης εγκλωβίζοντας το ασύμβατο ζευγάρι στην άγρια χαρά του πόνου.

Η Γυναίκα αποτελεί το θεμελιώδη λίθο της ταινίας. Αν και φαινομενικά ηγεμόνας του Οίκου είναι ο εσωστρεφής Άντρας, εντούτοις η επιχείρηση βασίζεται και λειτουργεί χάρη στις γυναίκες: ράφτρες, πλούσιες πελάτισσες, μούσες και η δυναμική διευθύντρια, αδερφή του σχεδιαστή, η γυναίκα “στυλοβάτης” στη σκιά του δημιουργικού άντρα. Ακόμα, Γυναίκα είναι αυτή που τον στοιχειώνει (η νεκρή μητέρα του), όπως Γυναίκα είναι η πρόσφατη μούσα κι ερωμένη του, η οποία εισβάλλει αψηφώντας τις ταξικές διαφορές τους, αλλάζοντας τις εύθραυστες μονόχνοτες ισορροπίες του Οίκου και λυτρώνοντάς τον από την εκκωφαντική σιωπή.

Διαβάστε   Πολ Τόμας Άντερσον και Ντάνιελ Ντέι-Λούις: όταν η μόδα γίνεται σινεματική έμπνευση...

Η ταινία είναι υποψήφια για 6 Όσκαρ: Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας, Καλύτερου Α΄ Ανδρικού Ρόλου (Ντάνιελ Ντέι Λιούις), Καλύτερου Β΄ Γυναικείου Ρόλου (Λέσλι Μάνβιλ), Καλύτερης Μουσικής (Τζόνι Γκρίνγουντ) και Καλύτερα Κοστούμια (Μαρκ Μπρίτζες).

ΑΟΡΑΤΗ ΚΛΩΣΤΗ (PHANTOM THREAD)

Σκηνοθεσία: Πολ Τόμας Άντερσον

Ηθοποιοί: Ντάνιελ Ντέι-Λιούις, Βίκι Κριπς, Λέσλι Μάνβιλ

Διάρκεια: 130΄

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.