“Cuba Libre”: ο αγώνας της ανεξαρτησίας της Κούβας σε μια ιστορία ενηλικίωσης…

Δύο παιδιά με βιβλικά ονόματα, ο Συμεών (Alejandro Guerrero) και ο Σαμουήλ (Christian Sánchez), ζουν το 1898 τις έντονες στιγμές που οι Αμερικανοί συμπεριφέρονται σαν στρατός κατοχής, μετά την ήττα της Ισπανίας σε συμμαχία με τους Κουβανούς. Αφροκουβανικής καταγωγής, καθαροί «σπίθες» και οι πιο έξυπνοι στην τάξη τους, γίνονται οι βασικοί αφηγητές και οι ανθρώπινες πηγές όλων των δραματικών γεγονότων εκείνης της εποχής.

Λίγα λόγια για την ταινία

Η διαμόρφωση του χαρακτήρα των δύο παιδιών αντιπροσωπεύει ένα από τα σημαντικότερα σημεία της ταινίας. Είναι μικροί μέσα στην στροβιλώδη κατάσταση του έθνους, στόχοι μιας κατάστασης που τους ξεπερνά και που δεν καταλαβαίνουν πλήρως. Υπάρχει φόβος, πόνος, απογοήτευση, αλλά επίσης υπάρχει η αξέχαστη παιδική χαρά, η ειλικρίνεια της αθωότητας που τείνει να εξατμιστεί αλλά εξακολουθεί να είναι ζωντανή, και ο αναγκαστικός ρεαλισμός που τους βοηθά να επιβιώσουν μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο. Είναι η αντανάκλαση ενός λαού που έτρεξε, κοροϊδεύτηκε για τους σκοπούς του, χωρίς να έχει καμία σανίδα σωτηρίας.

Ένα ιστορικό φιλμ που ρίχνει φως σε άλλη μια ιδιαίτερη στιγμή αυτής της χώρας. Η ταινία είναι μια παραγωγή του ICAIC και του FCBC (Cuban Fund of Cultural Assets), κάτι που, όπως δηλώνει ο σκηνοθέτης, έκανε την υλοποιήσή της εφικτή, μιας και δεν είναι εύκολο να γυρίσει κανείς μια ιστορική ταινία. Η συμμετοχή και υποστήριξη του Jorje Alfonso, διευθυντή του FCBC, ήταν καίρια τόσο σε οικονομικό επίπεδο, όσο και στο έργο των τεχνιτών που έκαναν επωμίδες, στολές, κουμπιά, σπαθιά, ξιφολόγχες που ανήκουν και στα τρία διαφορετικά στρατεύματα.

Η μουσική παίζει σημαντικό ρόλο στην ατμόσφαιρα του φιλμ, και αυτό οφείλεται στον συνθέτη της Juan Manuel Ceruto, ο οποίος μας λέει: “Ο Jorge Luis ήθελε μια θλιβερή μουσική, που δεν θα «έλαμπε», και αφού έβαλα όλες τις πιθανότητες κάτω, επέλεξα την συμφωνική μουσική και ιδιαίτερα τα έγχορδα, χωρίς πολύ ενορχήστρωση κατά τη διάρκεια της, αλλά μόνο στο τέλος”.

Το Cuba Libre είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του Sanchez, και διαφέρει εντελώς από το El Benny και το μιούσικαλ Irremediablemente Juntos. Όντας μια καθαρά ιστορική ταινία εκείνης της εποχής, είναι από εκείνες που δεν βλέπουμε πλέον από τους Κουβανούς δημιουργους. Για να γράψει το σενάριο, ο Sanchez διεξήγαγε εκτεταμένη ιστορική έρευνα, μια διαδικασία που περιελάμβανε αρκετές επισκέψεις στα αρχεία της εθνικής βιβλιοθήκης Jose Marti της Αβάνας. Σε σχέση με αυτό, παρατήρησε: “Δεν είναι μια ταινία που κάποιος μού ανέθεσε να κάνω. Το σενάριο του Cuba Libre προήλθε από τα σκοτεινά βάθη της ψυχής και της φαντασίας μου. Ο Συμεών, στην πραγματικότητα, εμπνέεται από τον παππού μου, ο οποίος ήταν συνταγματάρχης κατά τη διάρκεια του πολέμου της ανεξαρτησίας και ονομάστηκε Συμεών. Η γιαγιά μου ονομάστηκε επίσης Ma’Julia, όπως και η γυναίκα στην ταινία. Νόμιζω ότι είναι μια καλή ευκαιρία να τους αποτίσω φόρο τιμής”.

Λίγα λόγια για τον σκηνοθέτη Jorge Luis Sánchez

Διαβάστε   Γυναίκα σε Πόλεμο

O Jorge Luis Sánchez (1960) είναι απόφοιτος της Παιδαγωγικής από το Πανεπιστήμιο Παιδαγωγικών Επιστημών της Αβάνας Enrique José Varona. Ξεκίνησε ως ερασιτέχνης σκηνοθέτης και είναι ένας από τους ιδρυτές της Εθνικής Ομοσπονδίας Κινηματογραφικών Ομάδων της Κούβας. Το 1981 ξεκίνησε την επαγγελματική του σχέση με το Ινστιτούτο Κινηματογραφικής Τέχνης και Βιομηχανίας της Κούβας (ICAIC), ως πρώτος βοηθός κάμερας, στη συνέχεια ως βοηθός σκηνοθέτης και αργότερα ως σκηνοθέτης, που είναι και την τρέχουσα στιγμή.

Αποτελεί μέλος του Συνδέσμου Κινηματογράφου, Ραδιοφωνίας και Τηλεόρασης του UNEAC, ενώ διδάσκει και στο ICAIC και στη Διεθνή Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης του San Antonio de los Baños. Είναι ο σεναριογράφος και σκηνοθέτης της βραβευμένης ταινίας El Benny. Για την πολύτιμη συμβολή του στην ανάπτυξη της νησιωτικής κινηματογραφίας, έχει λάβει βραβεία και αναγνωρίσεις, τόσο σε  εθνικό, όσο και σε διεθνές επίπεδο.

 

Cuba Libre

Σκηνοθεσία: Jorge Luis Sánchez

Ηθοποιοί: Christian Sánchez, Alejandro Guerrero, Jo Adrian Haavind, Isabel Santos, Adael Rosales, Manuel Porto

Διάρκεια: 120′