“Τα Πάθη της Ζαν Ντ’ Αρκ”: δωρεάν streaming προβολή της ταινίας του Καρλ Ντράγιερ από τη σελίδα iCineman

Η Γαλλική βωβή ταινία Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ (La Passion de Jeanne d’Arc, 1928) βασίζεται στα πραγματικά, ιστορικά πρακτικά της δίκης της Ιωάννας της Λωραίνης (Ζαν ντ’ Αρκ). Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τον Καρλ Τέοντορ Ντράγιερ, με πρωταγωνίστρια την Ρενέ Φαλκονετί, στον ρόλο της ηρωίδας. Θεωρείται ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου, λόγω της άρτιας παραγωγής, της σκηνοθετικής ματιάς του Ντράγιερ και της εξαιρετικής απόδοσης του ρόλου από την Φαλκονετί, η οποία, συχνά, αναφέρεται ως μία από τις καλύτερες στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η ταινία περιορίζεται αποκλειστικά στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την αιχμαλωσία της Ζαν ντ’ Αρκ από τους Άγγλους, μέχρι την εκτέλεσή της. Η αφοσίωση της Φαλκονετί στον ρόλο, όπως και οι φήμες στα παρασκήνια, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων έχουν μείνει θρυλικές μεταξύ των μελετητών της ταινίας.

Μετά την επιτυχία της ταινίας Τίμα τη Γυναίκα σου (1925) στη Δανία, ο Ντράγιερ κλήθηκε να κάνει μια κινηματογραφική παραγωγή στη Γαλλία από την εταιρία Societe Generale des Films, προτείνοντας μια ταινία είτε για τη Μαρία Αντουανέτα, ή την Αικατερίνη των Μεδίκων ή την Ιωάννα της Λωραίνης. Αργότερα ισχυρίστηκε ότι, η τελική απόφαση για το θέμα της ταινίας κληρώθηκε με απλό «τράβηγμα σπίρτου» (!). Ωστόσο, η Ιωάννα της Λωραίνης ήταν στην επικαιρότητα στη Γαλλία, μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, αφού ανακηρύχθηκε Αγία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας το 1920, και υιοθετήθηκε ως μία από τους πολιούχους της Γαλλίας. Ο Ντράγιερ έψαχνε πάνω από ενάμιση χρόνο για την πρωταγωνίστρια, και το σενάριο βασίστηκε στα αυθεντικά πρακτικά της δίκης και εκτέλεσης της Ζαν ντ’ Αρκ, με το σοβαρό πρόβλημα να «συμπυκνωθούν» οι 29 ανακρίσεις που έγιναν κατά τη διάρκεια των 18 μηνών που διήρκεσε η δίκη, σε μία μόνο σκηνή. Τα πρακτικά της δίκης είχαν δημοσιευθεί το 1921 από τον εκδότη Pierre Champion και αποτέλεσαν την κύρια βάση του σεναρίου του Ντράγιερ. Τα δικαιώματα για το βιβλίο του Joseph Delteil (1925) για την Ιωάννα της Λωραίνης, επίσης αγοράστηκαν για την παραγωγή αλλά, τελικά, τίποτα από το βιβλίο του Delteil δεν χρησιμοποιήθηκε στο τελικό φιλμ. Ωστόσο, στην πρεμιέρα της ταινίας, ο Delteil εν μέρει πιστώνεται ως πηγή του σεναρίου.

Η Ρενέ Φαλκονετί

Η Φαλκονετί υπήρξε, κυρίως, θεατρική ηθοποιός. Μέχρι τότε, ωστόσο, είχε παίξει δεύτερους ρόλους σε δύο μικρές κινηματογραφικές παραγωγές, τις: Η Κόμισσα του Σομρίβ (La Comtesse de Somerive, 1917 και Ο Κλόουν (Le Clown, 1917). Επομένως, ο ρόλος της στην ταινία του Ντράγιερ υπήρξε ο τρίτος, συνολικά, αλλά ο πρώτος και τελευταίος πρωταγωνιστικός ρόλος της Ρενέ Φαλκονετί στον κινηματογράφο. Αν και, πάντοτε, προτιμούσε το θέατρο από τον κινηματογράφο και έλεγε ότι, ποτέ δεν κατάλαβε τις θετικές αντιδράσεις στην κινηματογραφική υποκριτική, ο συγκεκριμένος ρόλος της Φαλκονετί, υπήρξε ορόσημο στην ιστορία του κινηματογράφου σχεδόν εξαρχής. Ο Ντράγιερ είχε πάει να δει την Φαλκονετί στα θεατρικά παρασκήνια, μετά από μια παράσταση του έργου του Βικτόρ Μαργκερίτ La Garçonne, ένα κωμικό έργο όπου εμφανιζόταν. Αρχικά δεν εντυπωσιάστηκε, αλλά όταν την παρακολούθησε για δεύτερη φορά, την επόμενη ημέρα, δήλωσε ότι, το πρόσωπό της είχε κάτι που τον συνεπήρε: «…αισθάνθηκα ότι, εκεί ήταν κάτι μέσα της που θα μπορούσα να βγάλω έξω˙ κάτι που θα μπορούσε να δώσει, κάτι που, ως εκ τούτου, θα μπορούσα να πάρω. Διότι, πίσω από το make-up, πίσω από τον ρόλο και την θελκτική, μοντέρνα εμφάνιση, υπήρχε κάτι. Υπήρχε κρυμμένη μια ψυχή πίσω από την εμφάνιση…». Ο Ντράγιερ της ζήτησε να κάνει κάποιο δοκιμαστικό την επόμενη μέρα, αλλά χωρίς make-up. Κατά τη διάρκεια των δοκιμών, «…βρήκα στο πρόσωπό της ακριβώς αυτό που ήθελα για την Ζαν ντ’ Αρκ. Μια χωριατοπούλα, πολύ ειλικρινή, αλλά και μια γυναίκα που υποφέρει». Ο Ντράγιερ, στη συνέχεια, είπε στην Φαλκονετί για την ταινία και το ρόλο της, με ακριβείς λεπτομέρειες. Εκείνη συμφώνησε να πρωταγωνιστήσει στην ταινία, ελπίζοντας –ενδόμυχα– ότι δεν θα έκοβε μαλλιά της και ότι θα χρησιμοποιούσε μακιγιάζ, χωρίς τελικά να εκπληρωθούν οι προσδοκίες της.

Παρασκήνιο

Ο απαιτητικότατος Ντράγιερ, υπήρξε διαβόητα «τυραννικός» σκηνοθέτης, πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση που, τελικά, θα κατέληγε σε μια από τις σημαντικότερες ερμηνείες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, ίσως την σημαντικότερη. Ο Ντράγιερ, όποτε η Φαλκονετί χρειαζόταν να ερμηνεύσει μια ιδιαίτερα φορτισμένη, συγκινησιακή σκηνή, διέταζε τους τεχνικούς να αδειάσουν εντελώς το σκηνικό από αντικείμενα (κάτι που διακρίνεται έντονα στο φιλμ), επιτρέποντας της να επικεντρωθεί χωρίς περισπασμούς. Ο ίδιος ο Ντράγιερ αντιμετώπιζε, συχνά, δυσκολίες στο να εξηγεί στην Φαλκονετί πώς ακριβώς πρέπει να παίξει και, ήταν γνωστό, ότι γινόταν κατακόκκινος και έχανε τα λόγια του –τραύλιζε– όταν την σκηνοθετούσε με τόσο πάθος. Είχε δηλώσει ότι ένας σκηνοθέτης «πρέπει να είναι προσεκτικός, ώστε να μη «μεταφέρει» αναγκαστικά τη δική του ερμηνεία σε έναν ηθοποιό, γιατί ένας ηθοποιός δεν μπορεί να παραγάγει αλήθεια και αγνά συναισθήματα κατ’ εντολήν. Δεν μπορεί κανείς να ωθήσει τα συναισθήματα κάποιου άλλου προς τα έξω. Θα πρέπει να προκύψουν από μόνα τους, και είναι δουλειά του σκηνοθέτη και του ηθοποιού, από κοινού, να το κάνουν».

Αργότερα, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, η Φαλκονετί ήταν η μόνη από όλο το καστ που, ο Ντράγιερ, της επέτρεπε να δει τα αμοντάριστα πλάνα και το μοντάζ της ταινίας. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κριτικό Ρότζερ Έμπερτ: «…για την Φαλκονετί, τα γυρίσματα ήταν μια ψυχοφθόρα δοκιμασία. Υπάρχουν αναφορές από το τιμ αυτών που εργάστηκαν για την ταινία ότι, ο Ντράγιερ ανάγκαζε την ηθοποιό να γονατίζει πάνω στις πέτρες και, στη συνέχεια, να αφαιρεί όλο τον εξωτερικό πόνο, ούτως ώστε να διαφανεί μόνον ο εσωτερικός/ψυχικός πόνος στο πρόσωπό της. Ο Ντράγιερ επανελάμβανε τα γυρίσματα ξανά και ξανά, ελπίζοντας ότι, στην αίθουσα μοντάζ θα μπορούσε να βρει ακριβώς τη σωστή «απόχρωση» στην έκφραση του προσώπου της Φαλκονετί…». Ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη του καστ ήταν και ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Α. Αρτό (Antonin Artaud) ως Jean Massieu, επικεφαλής διάκονος της Ρουέν. Ο Αρτό, αργότερα, δήλωσε ότι η ταινία είχε ως στόχο να «καταδείξει την Ζαν ντ’ Αρκ ως το θύμα μιας από τις πιο τρομερές διαστροφές: την διαστροφή της θείας αρχής στο πέρασμά της μέσα από τα μυαλά των ανθρώπων, είτε αυτά είναι εκκλησία, κυβέρνηση ή ό, τι άλλο θέλετε».

Κινηματογράφηση

Η λειτουργία της κάμερας στα πλάνα της ταινίας είναι άκρως αντισυμβατική, όσον αφορά στη ριζική έμφαση που δίνει στα χαρακτηριστικά του προσώπου των ηθοποιών. Ο Ντράγιερ γύρισε μεγάλο μέρος της ταινίας σε γκρο πλαν, δηλώνοντας, «Υπήρχαν ερωτήσεις, υπήρχαν απαντήσεις- πολύ μικρές, πολύ εύθραυστες … Κάθε ερώτηση, κάθε απάντηση, πολύ φυσικά απαιτούσε πολύ κοντινά πλάνα … Επιπλέον, το αποτέλεσμα των κοντινών πλάνων ήταν ότι, ο θεατής σοκαριζόταν όσο και η Ζαν ντ’ Αρκ όταν της έκαναν τις ερωτήσεις και βασανιζόταν από αυτές». Ο Ντράγιερ, επίσης, δεν επέτρεπε στους ηθοποιούς του να χρησιμοποιούν μακιγιάζ, ό. τι καλύτερο για να διηγηθεί την ιστορία μέσω των εκφράσεων.

Ο Ντράγιερ, συχνά, κινηματογραφούσε τους κληρικούς και τους άλλους ανακριτές της Ζαν ντ’ Αρκ με φωτισμό υψηλής αντίθεσης (κοντράστ) ενώ αντίθετα, στη συνέχεια, κινηματογραφούσε την Ζαν με μαλακό, ισόρροπο φωτισμό. Ο διευθυντής φωτογραφίας Ρούντολφ Ματέ κινηματογραφώντας με υψηλό κοντράστ, επέτρεπε στον θεατή να παρατηρεί, εκτός των άλλων, μη-ελκυστικές λεπτομέρειες στα πρόσωπα των ηθοποιών, όπως ελιές και εξογκώματα. Επιπλέον, ο Ντράγιερ χρησιμοποίησε την τεχνική της κινηματογράφησης υπό χαμηλή γωνία (low-angle shot) για τους διώκτες της Ζαν, έτσι ώστε να εμφανίζονται πιο κακοί και τρομακτικοί. Για να γίνει αυτό, το συνεργείο είχε γεμίσει με τρύπες το δάπεδο του πλατώ, για την τοποθέτηση της κάμερας χαμηλά, υπό την κατάλληλη γωνία, γι’ αυτό και του έβγαλαν το παρατσούκλι «Carl Gruyére» («Καρλ ο γραβιέρας»). Ο Ντράγιερ, επίσης, γύρισε την ταινία «από την πρώτη μέχρι την τελευταία σκηνή … με τη σωστή σειρά».

Καλλιτεχνική διεύθυνση

Η ταινία γυρίστηκε με φόντο, ένα από τα πιο ακριβά σκηνικά που κατασκευάστηκαν για μια ευρωπαϊκή ταινία, εκείνη την εποχή. Με προϋπολογισμό επτά εκατομμυρίων φράγκων, οι τεχνικοί κατασκεύασαν ένα τεράστιο οκταγωνικό σκηνικό από σκυρόδεμα, που απεικόνιζε το Κάστρο της Ρουέν, όπου έγινε η ιστορική δίκη. Οι σχεδιαστές παραγωγής Χ. Ουόρμ (Hermann Warm) και Z. Ουγκό (Jean Hugo) εμπνεύστηκαν από μεσαιωνικές μινιατούρες για τα σχέδιά τους, προσθέτοντας αφύσικες γωνίες και προοπτικές για να τονίσουν περαιτέρω τη συναισθηματική κατάσταση της Ζαν ντ’ Αρκ. Επίσης, βασίστηκαν σε μεσαιωνικά χειρόγραφα με ακριβή αρχιτεκτονικά σχέδια. Το τεράστιο σκηνικό κατασκευάστηκε ως ένα μονοκόμματο, αλληλοσυνδεόμενο σύνολο, αντί για μεμονωμένα σκηνικά σε ξεχωριστές θέσεις. Το κάστρο είχε πύργους και στις τέσσερις γωνίες με τοίχους από μπετόν, κατά μήκος των πλευρών. Κάθε τοίχος είχε πάχος 10 εκατοστών, έτσι ώστε να υποστηρίζεται το βάρος των ηθοποιών, των τεχνικών και του εξοπλισμού. Μια απόλυτα λειτουργική, κρεμαστή γέφυρα κατασκευάστηκε επίσης σε έναν από τους τοίχους. Μέσα στα τείχη υπήρχαν μικρά σπίτια, ένας καθεδρικός ναός και η αυλή όπου ανάφτηκε η πυρά. Το σύνολο του σκηνικού ήταν βαμμένο ροζ, έτσι ώστε να φαίνεται γκρι στο μαυρόασπρο φιλμ και να κάνει αντίθεση με τον λευκό ουρανό από πάνω. Ωστόσο, παρά τις εξαιρετικά προσεγμένες λεπτομέρειες του σκηνικού, μόνο τμήματά του είναι ορατά στην ταινία, κάτι που, αργότερα, εξόργισε τους παραγωγούς της ταινίας, αφού, τόσα πολλά χρήματα δαπανήθηκαν χωρίς να φανεί όλο το σκηνικό. Ο Ντράγιερ, αργότερα, έδωσε την -αποστομωτική- απάντηση ότι, το σκηνικό κατασκευάστηκε για να ενισχύσει τις ικανότητες των ηθοποιών να δώσουν πειστικές ερμηνείες. Τα αυθεντικά μοντέλα για τα σκηνικά της ταινίας βρίσκονται, προς το παρόν, αποθηκευμένα στα Αρχεία του Κινηματογραφικού Ινστιτούτου της Δανίας.

Δεν υπάρχει τοπίο, πέρα από τοίχους και δωμάτια. Τίποτα δεν τοποθετήθηκε για να εξωραΐζει την κατάσταση ούτε καν τα κοστούμια (αν και είναι όλα αυθεντικά). Η έμφαση στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών τονίζει ότι, αυτοί οι ίδιοι οι άνθρωποι έκαναν ό, τι έκαναν. Ο Ντράγιερ απογυμνώνει το εκκλησιαστικό δικαστήριο από τα τελετουργικά και τη δικαιοσύνη του και παραδίδει τα μέλη του ως σαρκαστικούς υποκριτές υποταγμένους στους Άγγλους. Τα σχιστά μάτια τους και τα μοχθηρά τους στόματα προσβάλλουν την ιερότητα της Ζαν.

Πρεμιέρα και εκδοχές

Η ταινία Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ πρωτοπροβλήθηκε στις 21 Απριλίου 1928 στον κινηματογράφο Palads Teatret στην Κοπεγχάγη αλλά, μετά από μερικές ιδιωτικές προβολές, έκανε την επίσημη πρεμιέρα της στο Παρίσι, στις 25 Οκτωβρίου του ιδίου έτους στο Cinema Marivaux. Η πρεμιέρα καθυστέρησε εξαιτίας πολλών Γάλλων εθνικιστών, οι ο οποίοι διαμαρτύρονταν για το γεγονός ότι, ο Ντράγιερ δεν ήταν ούτε καθολικός ούτε Γάλλος, ενώ υπήρχε η φημολογία ότι θα πρωταγωνιστούσε η αμερικανίδα Λίλιαν Γκις. Ήδη, από τον Ιανουάριο του 1927, ο Jean-Jose Frappa έλεγε ότι, «ανεξάρτητα από το ταλέντο του σκηνοθέτη (που, σίγουρα, αυτός έχει) …δεν μπορεί να μας δώσει μια Ζαν ντ’ Αρκ της αυθεντικής γαλλικής παράδοσης. Και το αμερικανικό αστέρι δεν μπορεί να αποδώσει μια Ζαν, γεμάτη υγεία, ζωντάνια, που λάμπει από αγνότητα, πίστη, θάρρος και πατριωτισμό. Το να αφήσουμε αυτό να γίνει στη Γαλλία θα ήταν μια σκανδαλώδης παραίτηση από ευθύνη». Πριν τη γαλλική πρεμιέρα, διάφορες περικοπές έγιναν στην ταινία, με εντολή του Αρχιεπισκόπου του Παρισιού και από κυβερνητικούς λογοκριτές. Ο Ντράγιερ, βέβαια, εξοργίστηκε από αυτές τις περικοπές, αφού ο ίδιος δεν μπορούσε να τις ελέγξει.

Αργότερα εκείνο το έτος, στις 6 Δεκεμβρίου, μια πυρκαγιά στα στούντιο UFA στο Βερολίνο, κατέστρεψε το αρχικό αρνητικό της ταινίας˙ μόνο μερικές, μη-ολοκληρωμένες κόπιες του πρωτότυπου υπήρχαν. Ο Ντράγιερ κατόρθωσε να τις «κολλήσει» κομμάτι-κομάτι και να συνθέσει μια νέα έκδοση του αρχικού, αρνητικού, χρησιμοποιώντας εναλλακτικό και, αρχικά, αχρησιμοποίητο υλικό. Όμως και αυτή η έκδοση καταστράφηκε το 1929, πάλι από φωτιά. Κατά τη διάρκεια των επόμενων τεσσάρων δεκαετιών, ήταν πολύ δύσκολο να βρεθούν αντίγραφα αυτής της δεύτερης εκδοχής, αλλά και τα αντίγραφα της αρχικής ταινίας θεωρούνταν ακόμη σπανιότερα.

 Ανάκτηση της αρχικής έκδοσης

Η αρχική εκδοχή είχε χαθεί για δεκαετίες μετά από την πυρκαγιά του 1928 που κατέστρεψε το αυθεντικό αρνητικό, και μόνο αντίγραφα της δεύτερης εκδοχής του Ντράγιερ ήταν διαθέσιμα. Το 1981, ένας υπάλληλος του ψυχιατρικού ιδρύματος Dikemark στο Όσλο βρήκε αρκετά κάνιστρα με φιλμ στην ντουλάπα ενός επιστάτη, που είχαν την ταμπέλα Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ. Τα κάνιστρα στάλθηκαν στο Νορβηγικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου όπου παρέμειναν αποθηκευμένα για τρία χρόνια, μέχρι να εξεταστούν, τελικά. Τότε διαπιστώθηκε ότι επρόκειτο για αντίγραφα της αρχικής βερσιόν του Ντράγιερ, πριν την περικοπή από τη λογοκρισία της γαλλικής κυβέρνησης και εκκλησίας. Ουδέποτε υπήρξαν αρχεία που να κατέγραφαν αντίγραφα που να είχαν αποσταλεί στο Όσλο, αλλά οι ιστορικοί κινηματογράφου πιστεύουν ότι, ο τότε διευθυντής του ιδρύματος μπορεί να είχε ζητήσει ένα αντίγραφο της ταινίας καθώς υπήρξε και ο ίδιος διαπιστευμένος ιστορικός.

Υποδοχή

Μετά την αρχική κυκλοφορία της, η ταινία έγινε καλλιτεχνική επιτυχία και χαρακτηρίστηκε ως αριστούργημα. Ωστόσο, απέτυχε παταγωδώς στον οικονομικό τομέα, γεγονός που προκάλεσε τη λύση του συμβολαίου του Ντράγιερ με την γαλλική εταιρία παραγωγής Société Générale, όπως έγινε και με τον Αμπέλ Γκανς, μετά την οικονομική αποτυχία της ταινίας Ναπολέων, του 1927 (σημειωτέον ότι και οι δύο ταινίες θεωρούνται, σήμερα, αριστουργήματα). Ο Ντράγιερ, περνώντας στην αντεπίθεση, κατηγόρησε εξοργισμένος την Société Générale ότι «ακρωτηρίασε» το φιλμ, για να αποφύγει την «προσβολή» των Καθολικών θεατών και τη μήνυσε για παραβίαση του συμβολαίου. Η δίκη συνεχίστηκε μέχρι το φθινόπωρο του 1931, διάστημα κατά το οποίο ο Ντράγιερ δεν ήταν σε θέση να γυρίσει άλλη ταινία. Επίσης, απαγορεύτηκε στη Βρετανία επειδή έδειχνε Άγγλους άξεστους στρατιώτες να χλευάζουν και να βασανίζουν την Ζαν ντ’ Αρκ, σε σκηνές που παρέπεμπαν ευθέως σ’ αυτά που πέρασε ο Χριστός στα χέρια των Ρωμαίων στρατιωτών. Αλλά και ο Αρχιεπίσκοπος του Παρισιού ήταν, επίσης, επικριτικός απαιτώντας αλλαγές που έπρεπε να γίνουν στην ταινία.

Η ιστορική/καλλιτεχνική αξία της ταινίας

Τόσο η ταινία όσο και η ερμηνεία της Φαλκονετί, εξυμνήθηκαν από τους κριτικούς όλα αυτά τα χρόνια. Η ερμηνεία της Φαλκονετί, με την κάμερα να εστιάζει συνεχώς στο -χωρίς μακιγιάζ- εκφραστικότατο πρόσωπό της, θεωρείται μία από τις σπαρακτικότερες που έχουν καταγραφεί στην ιστορία του κινηματογράφου, με την επισήμανση: «δεν μπορεί κάποιος να γνωρίζει την ιστορία του βωβού κινηματογράφου, εάν δεν έχει δει το πρόσωπο της Φαλκονετί». Έχει αναφερθεί ότι, «εάν η ψυχή του ανθρώπου μπορεί να αποτυπωθεί στα μάτια του, τότε τα μάτια της Φαλκονετί στην ταινία του Ντράγιερ, «Τα Πάθη της Ζαν ντ’ Αρκ», δεν σε εγκαταλείπουν ποτέ». Η περίφημη Αμερικανίδα κριτικός Πωλίν Κάελ είπε ότι, «…[το παίξιμο της Φαλκονετί] είναι, ίσως, η κορυφαία ερμηνεία που έχει καταγραφεί ποτέ σε φιλμ…». Ο Jonathan Rosenbaum έγραψε ότι «ριζοσπαστική προσέγγιση του Ντράγιερ με την κατασκευή χώρου και την αργή ένταση του κινούμενου ύφους του, κάνουν την ταινία “δύσκολη”, υπό την έννοια ότι, όπως όλες οι μεγάλες ταινίες, επανεφευρίσκει τον κόσμο από το μηδέν». Ο διάσημος Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν Κοκτώ φέρεται να δήλωσε ότι, η Φαλκονετί έπαιζε σαν «ιστορικό ντοκουμέντο από μια εποχή που ο κινηματογράφος δεν υπήρχε καν». Ο συγκεκριμένος ρόλος, φανερώνει τη βαθιά θεατρική παιδεία της Φαλκονετί, αλλά σημάδεψε ανεξίτηλα την κινηματογραφική πορεία της, αφού ουδέποτε έπαιξε ξανά.

*Η ταινία είναι διαθέσιμη σε δωρεάν streaming προβολή μέσω της αρχικής σελίδας του ιστότοπου iCineman για 24 ώρες, από τις 8 το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης 29/4/2021 (δεν απαιτείται εγγραφή).

Διαβάστε   "Τα Πάθη του Χριστού": το σινεμά ως ιδεολογικό αίτιο και αιτιατό...