“Ρόμα”: ο Δούρειος Ίππος του Netflix στα Όσκαρ

Του Γιάννη Τοτονίδη

 

 

“Αυτό είναι η νοσταλγία: να κατοικείς στο κύμα

και να μην έχεις πατρίδα μες στον χρόνο.

Κι οι επιθυμίες αυτό είναι: σιγαλή ομιλία

της αιωνιότητας με καθημερινές ώρες”.

(Ράινερ Μαρία Ρίλκε, «Το Βιβλίο των Εικόνων»)

Νοσταλγία χαρακτηρίζεται ο ψυχικός πόνος και τα γλυκόπικρα συναισθήματα ενός ατόμου που προκαλούνται από την ανικανοποίητη μέχρι την παρούσα χρονική στιγμή λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που έζησε στην παιδική του ηλικία.

Τα παιδικά χρόνια είναι άμεσα συνυφασμένα με την αθωότητα και τη χαρά που δημιουργεί το αίσθημα της νοσταλγίας και την επιθυμία να ανασυσταθεί το παρελθόν. Είναι το επίκτητο σπίτι που χτίζουμε μέσα μας από τη νηπιακή ηλικία, στον ολάνθιστο κήπο του οποίου διατηρούμε πολύτιμες και ανεξίτηλα χαραγμένες στη μνήμη μυρωδιές, χρώματα, ήχους, εικόνες. Είναι η αυλή της ανεμελιάς, ο απολεσθείς παράδεισος, η εποχή της ψηλάφισης και κατανόησης του ψυχοπνευματικού κόσμου, των άρρηκτων δεσμών φιλίας.

“Μέσ’ από το βάθος

  των καλών καιρών

  οι αγάπες μας

 πικρά μάς χαιρετάνε”

 

Κώστας Καρυωτάκης

Όλα μοιάζουν υπέροχα, αρμονικά, ιδεώδη, επιτεύξιμα. Αυτό το βασίλειο αποτελεί καταφύγιο στις δύσκολες στιγμές της ενηλικίωσης. Εκεί φυλάσσονται οι πολύτιμοι θησαυροί της άθραυστης Μνήμης. Από εκεί ανασύρονται συχνά ισχυρές δόσεις Αναμνήσεων, το Παρελθόν χρωματίζεται πιο ρόδινα και πιο θετικά απ’ ό,τι το Παρόν και πολλές φορές αναδύεται κυρίαρχη η εικόνα της μητέρας. Όλα αυτά, περιγράφονται φωτογραφικά με μοναδικό τρόπο μέσα στο επτάτομο έργο του Γάλλου συγγραφέα, δοκιμιογράφου και κριτικού Μαρσέλ Προυστ “Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο” (αρχικός τίτλος “Μνήμη των πραγμάτων του παρελθόντος”) συνολικού μεγέθους 3.200 σελίδων, με έναν απέραντο ποταμό λέξεων. Αλλά και πολλοί άλλοι συγγραφείς ανακαλούν αυτές τις στιγμές. Κυρίως, το τελευταίο φιλί της μητέρας πριν από τον ύπνο αφήνοντας πίσω ίσκιους και φαντάσματα της νύχτας.

Η νοσταλγία είναι συναίσθημα στο οποίο διακρίνεται μια καθαρτική λειτουργία. Το Παρελθόν δεν μπορεί να επιστρέψει και έτσι δεν επαναλαμβάνονται τα ίδια λάθη, ενώ το Μέλλον ατενίζεται με αισιοδοξία και έτσι αυξάνεται η αυτοεκτίμηση. Σύμφωνα με τους επιστήμονες διακρίνονται δυο είδη νοσταλγίας: η Ιστορική (εξιδανίκευσης παρελθοντικών εποχών τις οποίες ο νοσταλγός δεν έχει ζήσει καν) και η Προσωπική (όταν κάποιος  αναπολεί το παρελθόν του που αποτελεί μέρος της προσωπικής του ιστορίας).

Ο 57χρονος Μεξικανός σκηνοθέτης Αλφόνσο Κουαρόν πλημμυρίζει από Προσωπική νοσταλγία για το παρελθόν της παιδικής του ηλικίας. Επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από 18 χρόνια και μας ξεναγεί εκεί που μεγάλωσε δημιουργώντας μια ταινία για τη Μνήμη και την αγάπη του για τις γυναίκες που τον μεγάλωσαν. Ο νόστος είναι τόσο έντονος, ώστε υπογράφει σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ και διεύθυνση φωτογραφίας (ήδη από τη δεκαετία του ’80 που γύριζε τις μικρού μήκους ταινίες του εκτελούσε χρέη μπούμαν, τεχνικού και μοντέρ).

Με επιλογή του ασπρόμαυρου χρώματος μεταφερόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’70, στη συνοικία Κολόνια Ρόμα του Μέξικο Σίτι. Εκεί διαμένει μια πολυμελής αστική οικογένεια που αποτελείται από ένα γιατρό, πάντοτε απόντα σε επαγγελματικό ταξίδι, τη μητέρα, την ταλαιπωρημένη γιαγιά, τα τέσσερα ζωηρά παιδιά και το σκύλο τους. Όλοι τελούν υπό τη φροντίδα της ιθαγενούς οικιακής βοηθού Κλεό. Αυτή ουσιαστικά είναι ο στυλοβάτης του σπιτιού, το κέντρο της ιστορίας. Η  γαλήνια  καθημερινότητα,  όμως, αναστατώνεται, όταν ο πατέρας εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία και η Κλεό μένει έγκυος. Μέσα από τρεις παράλληλες ιστορίες παρακολουθούμε την ιστορία της οικογένειας, της Κλεό (κάποια στιγμή συγκλίνουν αυτές οι δυο ιστορίες) και κάπως απόμακρα την ιστορία του Μεξικού με τις κοινωνικοπολιτικές αναταραχές της εποχής (με κυρίαρχη τη σφαγή του Jueves de Corpus, όπου στις 10 Ιουνίου του 1971 έχασαν τη ζωή τους 120 φοιτητές από δυνάμεις καταστολής μονάδων του στρατού που ονομάζονταν “Γεράκια” κατά τη διάρκεια της γιορτής του Κόρπους Κρίστι).

Η Ιστορία αναδύεται μέσα από την ιστορία των καθημερινών ανθρώπων (με κυρίαρχη αυτή των δύο διαφορετικών γυναικών), οι συμβολισμοί χρησιμοποιούνται με γαλαντομία (το μονόπλανο της αρχής, το τεράστιο αυτοκίνητο που δε χωρά στο στενό διάδρομο της αυλής που είναι διαρκώς λερωμένος από τα περιττώματα του σκύλου, η αντανάκλαση του αεροπλάνου), η σκηνοθεσία βρίθει από βιρτουόζικες λήψεις (τόσο στα πολλά travelling, όσο στα πανοραμικά και κοντινά πλάνα) με έντονα στοιχεία του ιταλικού νεορεαλισμού, η κινηματογράφηση τελείται σε ψηφιακό σινεμασκόπ των 65mm δικής του έμπνευσης (καθαρή εικόνα, χωρίς κόκκο, χωρίς σκοτεινές σκιές ή κοντράστ όπως το ασπρόμαυρο του ’50), η κοινωνική ανισότητα της χώρας του καταδεικνύεται λιτά (οι αστοί ομιλούν τα ισπανικά Chilango, προφορά που δείχνει πως κάποιος είναι από το Μέξικο Σίτι, ενώ το κατώτερο προσωπικό την τοπική διάλεκτο), ο σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στις δημιουργικές επιρροές του (στο σινεμά προβάλλεται η ταινία επιστημονικής φαντασίας «Marooned» του 1969 που ενέπνευσε τον Κουαρόν για το «Gravity»), ενώ γίνεται συναισθηματική προσπάθεια να γίνουμε συνεκτικό κομμάτι των νοσταλγικών του στιγμών μέσα από απλές καθημερινές εικόνες, όπως το γάλα που βράζει, ο κουβάς που χύνεται στα πλακάκια της αυλής, το τρυφερό χάδι στα παιδιά προτού κοιμηθούν.

Χωρίς μουσική παρά μόνο με τους φυσικούς ήχους της καθημερινότητας, με ποπ αναφορές (η οικογένεια ακούει το soundtrack του “Jesus Christ, Super Star” στη γιορτή των Χριστουγέννων), με αναφορά στο λαϊκό σινεμά (στην αίθουσα προβάλλεται η «Ασύλληπτη Απόδραση» του Λουί ντε Φινές) και με μια εξαιρετική επαγγελματική ωριμότητα από την ερασιτέχνη και πρωτοεμφανιζόμενη Γιαλίτζα Απαρίσιο (για την ακρίβεια σχεδόν όλα τα μέλη του καστ είναι ερασιτέχνες, με εξαίρεση την Μαρίνα ντε Ταβίρα) στο ρόλο της γυναίκας που κερδίζει την ενηλικίωσή της με πολύ βαρύ τίμημα (όπως βεβαίως η οικογένεια, αλλά και ολόκληρη η χώρα) ο Κουαρόν μας ταξιδεύει στο παρελθόν του με αγνές προθέσεις συνθέτοντας μια ωδή στη γυναικεία φύση ως ένδειξη σεβασμού στη γυναίκα που τον μεγάλωσε, φροντίζοντας τον ίδιο και όλη του την οικογένεια. Η ανταμοιβή στο έργο του μέχρι στιγμής είναι: Χρυσός Λέοντας στο 75ο Φεστιβάλ της Βενετίας, δύο Χρυσές Σφαίρες (Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας και Καλύτερης Σκηνοθεσίας) και 10 υποψηφιότητες για Όσκαρ.

Αν αποστασιοποιηθούμε από τον προσωπικό συναισθηματισμό του σκηνοθέτη και δούμε τα γεγονότα από την “άλλη” πλευρά, το «Ρόμα» μοιάζει περισσότερο ως η βαθύτερη ανάγκη του σκηνοθέτη να βρει τις ρίζες του, να επιβεβαιώσει το αίσθημα του “ανήκειν”. Αναβιώνοντας το κλίμα εκείνης της εποχής ανακαλύπτει την αμφισημία των καταστάσεων, τη συνύπαρξη του Καλού και του Κακού, της Ζωής και του Θανάτου. Στη Λογοτεχνία είναι σύνηθες φαινόμενο η ανάπλαση του κόσμου των παιδικών χρόνων (όπως στα σημαντικά μυθιστορήματα “Οι Μεγάλες Προσδοκίες” του Κάρολου Ντίκενς ή “Το Μαγικό Βουνό” του Τόμας Μαν), όπου έρχονται στο φως όλες οι εσωτερικές συγκρούσεις, οι φόβοι, τα όνειρα, οι αγωνίες και οι διαψεύσεις που καθορίζουν τη μετέπειτα συμπεριφορά του ατόμου και τις σχέσεις του κατά την ενήλικη ζωή του. Αυτό που αντιλαμβάνομαι για τον Κουαρόν είναι ότι με την τέχνη του επιθυμεί να διασώσει το Παρελθόν του από τη λήθη, για να το αναστυλώσει στο πέρασμα του χρόνου και έμμεσα να εξασφαλίσει στις γλυκόπικρες στιγμές του κάποια μορφή αθανασίας.

Προσωπικά, ομολογώ ότι δε με άγγιξε ο συναισθηματισμός του. Και δε θεωρώ ότι φταίω εγώ γι’ αυτό, αλλά ο ίδιος που απέτυχε να μου προκαλέσει ενσυναίσθηση. Για τον κάθε άνθρωπο υπάρχουν διαφορετικές σκέψεις που θα τον θέλξουν στα μονοπάτια της νοσταλγίας και σίγουρα όχι η εμμονική κατ’ επανάληψη απεικόνιση των περιττωμάτων του σκύλου. Αν εμένα, για παράδειγμα, μου είναι αρκετό το άκουσμα ενός τριζονιού για να με παρασύρει σε νοτισμένες εικόνες, γεμάτες σκόνη και θαμπάδα από τα παιδικά μου χρόνια, δε σημαίνει ότι όλοι εσείς οφείλετε να ανταποκριθείτε πανομοιότυπα. Το ίδιο συμβαίνει και με τον κύριο Κουαρόν. Αδυνατώ να κατανοήσω γιατί τόσοι διθύραμβοι, τόσοι έπαινοι, τόσες υποψηφιότητες! Δεν αντιλέγω ότι το καλλιτεχνικό του σκέλος είναι υπέροχο. Το ουσιαστικό όμως, η ιστορία του, είναι κούφια. Ούτε μπορώ να του αποδώσω εύσημα, επειδή χρησιμοποίησε ένα νέο φορμά (των 65mm). Με την ίδια λογική, εάν κάποιος κάνει αργότερα μια ταινία στα 68mm (φορμά σχεδόν τέσσερις φορές μεγαλύτερο από το μέγεθος της κανονικής ταινίας 35 χιλιοστών) πρέπει να εκθειάσουμε την τεχνική πρωτοτυπία του ή να ψηλαφίσουμε την ουσία της ταινίας; Αφού αναφέρομαι στα τεχνικά, θεωρώ ότι θα προσέθετε πολύ περισσότερο συναίσθημα αν δεν χρησιμοποιούσε την καθαρή, ασπρόμαυρη, ψυχρή, ψηφιακή εικόνα και γύριζε με το γνώριμο ασπρόμαυρο φιλμ που παραπέμπει στο ’50 με τον κόκκο, τις σκοτεινές σκιές και το κοντράστ.

Ένα ακόμη στοιχείο που με προκαταβάλλει αρνητικά στη νοσταλγική χροιά του σκηνοθέτη εισπράττοντας την αίσθηση του ψεύτικου και φτιαχτού είναι το θέμα που έστησε (με;) το Hollywood Reporter. Ο Κουαρόν, για χάρη του περιοδικού, “ξεναγεί” και φωτογραφίζεται στις συνοικίες της πόλης του Μεξικό. Αν αυτό δεν είναι αυτοδιαφήμιση και προβολή, τότε τι είναι; Θα μου επιτρέψετε να θεωρώ τις νοσταλγικές στιγμές του καθένα ως κάτι παντελώς ιδιαίτερο και προσωπικό. Δέχομαι τη μεταφορά τους σε δημιουργικά έργα (μυθιστόρημα, ποίηση, ταινία), αλλά μέχρι εκεί. Τα υπόλοιπα εντάσσονται στο πλαίσιο της “κατασκευής” και της “προώθησης προϊόντος”.

Εκείνο, πάντως, που περνά χωρίς τη δέουσα σημασία είναι ένα σημαντικότατο γεγονός. Ο κινηματογράφος πρόσφατα έκλεισε 120 χρόνια ζωής. Στο χρονικό ορόσημο της συμπλήρωσης αυτών των χρόνων ζήσαμε κοσμοϊστορικά γεγονότα, που ίσως περνούν αδιάφορα από τον περισσότερο κόσμο. Οι μελετητές, όμως, του σύγχρονου τοπίου της βιομηχανίας του θεάματος το βλέπουν να αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στις υπάρχουσες δομές της διεθνούς διανομής. Η ψηφιακή πλατφόρμα του Netflix πλέον διεισδύει πληθωρικά στην παραγωγή ταινιών.

Η πρώτη αμήχανη στιγμή ήρθε στην 70η διοργάνωση του Φεστιβάλ των Κανών με τις προβολές των ταινιών «Okja» και «The Meyerowitz Stories» στο Διαγωνιστικό Τμήμα. Ακολούθησε μια ολόκληρη χρονιά διαβουλεύσεων και πιέσεων από τη Γαλλική Κινηματογραφική βιομηχανία και ειδικά τους Γάλλους αιθουσάρχες που ήξεραν ότι ταινίες που δημιουργήθηκαν από το Netflix δε θα προβάλλονταν ποτέ στις αίθουσές τους. Αποτέλεσμα, η ανακοίνωση τον Μάιο του 2018 ότι δε θα συμπεριληφθούν στο Διαγωνιστικό Πρόγραμμα οι ταινίες του Netflix, αλλά “μπορούν, αν θέλουν, να συμμετάσχουν εκτός συναγωνισμού”. Οι υπεύθυνοι του Netflix αντιδρούν αστραπιαία στο εμπάργκο και αποσύρουν από το Φεστιβάλ όλες τις ταινίες τους.

“Ο θάνατός σου η ζωή μου”. Την καλλιτεχνική αυτή σύγκρουση εκμεταλλεύεται η Βενετία που άδραξε την ευκαιρία και στο 75ο Φεστιβάλ ανοίγει διάπλατα τις αγκαλιές της στην ψηφιακή πλατφόρμα. Εκεί προβάλλεται και το «Ρόμα» κερδίζοντας το Χρυσό Λέοντα. Η κερκόπορτα των Φεστιβάλ άνοιξε και την ανάλογη διάθεση δείχνουν σταδιακά και τα υπόλοιπα φεστιβάλ. Η διαμάχη όμως δε σταμάτησε εκεί. Σημαντικοί δημιουργοί (Σπίλμπεργκ, Νόλαν και άλλα στελέχη της βιομηχανίας διανομής ταινιών) υποστήριξαν πως το Netflix δε θα έπρεπε να διεκδικεί βραβεία Όσκαρ, συμμεριζόμενοι την απόφαση της Γαλλικής Ακαδημίας Κινηματογράφου να απορρίψει τις ταινίες του Netflix από το βραβείο Χρυσού Φοίνικα. Το σκεπτικό είναι ότι οι ψηφιακές ταινίες δημιουργούνται αποκλειστικά για απευθείας προβολή τους σε τηλεοράσεις, tablets ή smartphones και όχι για τις κινηματογραφικές αίθουσες. Όσες φορές προβάλλονται σε αίθουσες, γίνεται καθαρά για λόγους marketing, άρα αντιμετωπίζονται ως προϊόντα. Αντιπρότειναν, λοιπόν, να βραβεύονται με Έμυ κι όχι με Όσκαρ.

Στον αντίποδα, κάθε ταινία αποτελεί ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα και δικαιούται να κριθεί αυτόνομα, ανεξάρτητα από τον τρόπο διανομής ή του φορμά προβολής. Επίσης, είναι στρουθοκαμηλισμός να παραβλέπεται η μέχρι σήμερα βιομηχανία παραγωγής ταινιών απευθείας για την οικιακή αγορά, για την οποία το Χόλιγουντ ποτέ δεν έδειξε να έχει κάποιο πρόβλημα. Κάπως έτσι φτάσαμε τελικά στο ιστορικό παράδοξο μια ταινία του video streaming να προβάλλεται στη μεγάλη οθόνη και να διεκδικεί 10 Όσκαρ. Ο Δούρειος Ίππος του Netflix για τα Όσκαρ είναι εδώ (αν και η πλατφόρμα κέρδισε πέρσι το Όσκαρ Ντοκιμαντέρ και είχε μερικές άλλες ήσσονες υποψηφιότητες).

Για τους Δημιουργούς τα νέα είναι ευχάριστα, αφού αυτό σημαίνει ότι έχουν στο πλευρό τους έναν ισχυρό σύμμαχο χρηματοδότησης. Για το Netflix σημαίνει ότι εισβάλλει δυναμικά στο παιχνίδι των Φεστιβάλ και των Βραβείων (Χρυσές Σφαίρες, Όσκαρ). Για τα Φεστιβάλ σημαίνει ότι οφείλουν να επανεξετάσουν τους όρους τους και να επανεκτιμήσουν την προκύπτουσα κατάσταση αφήνοντας περιθώριο σε ταινίες ψηφιακής παραγωγής. Για τους Θεατές σημαίνει νόμιμη πρόσβαση σε ταινίες που -σε αντίθετη περίπτωση- θα προβάλλονταν μόνο στις αίθουσες. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί τελείται μια στροφή πολλών μοιρών υπέρ του οικιακού σινεμά. Γεγονός πιθανόν βαρύνουσας σημασίας, ιδιαίτερα στον χρόνιο πόλεμο που υφίσταται ανάμεσα στις εταιρίες διανομής και στα site ελεύθερης διανομής περιεχομένου. Τέλος, για τους Αιθουσάρχες του κόσμου σημαίνει πως εισέρχεται μια νέα εποχή θέασης και θα πρέπει να προβληματιστούν για τρόπους προσέλκυσης θεατών, πέρα από την προβολή μιας καλής ταινίας.

“Ω απέραντη νοσταλγία

για κάτι που ποτέ δεν ζήσαμε

κι όμως αυτό υπήρξε όλη η ζωή μας…”

(Τάσος Λειβαδίτης, «Η μεγάλη νοσταλγία»)

 

 

 

Ρόμα (Roma)

Σκηνοθεσία: Αλφόνσο Κουαρόν

Ηθοποιοί: Γιαλίτζα Απαρίσιο, Μαρίνα ντε Ταβίρα, Νάνσι Γκαρσία, Χόρχε Αντόνιο Γκερέρο

Διάρκεια: 135΄

Η ταινία είναι διαθέσιμη για streaming από την πλατφόρμα του Netflix. Προβάλλεται επίσης και στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα (σχετικά) έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.