Ο Tarantino και η Κρίση του Νότου

Του Γιάνη Βαρουφάκη

 

«Να γιατί η παραγωγή έπεσε τόσο που οι Άγγλοι ανακάλυψαν ότι το µοναδικό περιουσιακό στοιχείο που µπορούσε να φέρει πίσω στην Αγγλία το ναυτικό τους ήταν οι… δούλοι. Έλα όµως που στο µεταξύ η δουλεία είχε απαγορευτεί στην Βρετανία. Το αποτέλεσµα ήταν οι Άγγλοι να πουλήσουν σε ντόπιους δουλέµπορους, βεβαίως σε εξευτελιστικές τιµές, το δικαίωµα να «κατάσχουν» δούλους των οποίων τα αφεντικά χρώσταγαν στις τράπεζες»

 

Όταν θα δείτε το Django Unchained, την νέα ταινία του Quentin Tarantino (την οποία, παρεµπιπτόντως συνιστώ ανεπιφύλακτα) ίσως να µην διακρίνετε την σχέση της µε την Κρίση µας. Τι σχέση, θα αναρωτηθείτε, έχει η δραµατική ιστορία ενός σκλάβου στον Αµερικανικό Νότο µε την τραγωδία του δικού µας Ευρωπαϊκού Νότου; Κι όµως, έχει.

Η ιστορία του Django διαδραµατίζεται σε µια εποχή που ακολούθησε το Κραχ του 1837 και προηγήθηκε του Αµερικανικού Εµφυλίου Πολέµου. Πρόκειται για µια περίοδο κατά την διάρκεια της οποίας οι Ηνωµένες Πολιτείες θύµιζαν πολύ την σηµερινή Ευρωζώνη. Οι πολιτείες που την απάρτιζαν ήταν λίγο-πολύ κυρίαρχες, τουλάχιστον όσο και τα κράτη-µέλη της Ευρωζώνης σήµερα, ενώ οι ΗΠΑ θύµιζαν περισσότερο συνοµοσπονδία παρά οµοσπονδία. Μπορεί το νόµισµα να ήταν κοινό αλλά δεν υπήρχε, ουσιαστικά, κοινή οικονοµική πολιτική, κοινό χρέος, ή κάποιος µηχανισµός ανακύκλωσης πλεονασµάτων και ελλειµµάτων µεταξύ των πολιτειών, πλεονασµατικών και ελλειµµατικών.
Στο πρώτο µισό του 19ου αιώνα, ο Νότος ήταν πιο πλούσιος από τον Βορρά, που δεν είχε ακόµη εκβιοµηχανοποιθεί. Ο λόγος συνοψίζεται σε δύο λέξεις: Βαµβάκι και σκλάβοι. Στην βάση του πλούτου των Νοτίων, επιχειρηµατίες από την Βόρεια Αγγλία, η οποία τότε ήταν πολύ πλουσιότερη του Αγγλικού Νότου (καθώς η βιοµηχανική επανάσταση έλαβε χώρα στα Midlands και βορειότερα), αποφάσισαν να επενδύσουν τα συσσωρευόµενα κέρδη τους δανείζοντας τις τράπεζες του Αµερικανικού Νότου. Ως εχέγγυα για αυτά τα δάνεια έπαιρναν τα λεγόµενα cotton-credits, βαµβακο-οµόλογα επί το ελληνικότερον. Για να το πω απλά, οι τράπεζες των νότιων πολιτειών της Αµερικής δάνειζαν τους βαµβακοπαραγωγούς κρατώντας ωε εχέγγυο οµόλογα που τους έδιναν ιδιοκτησιακά δικαιώµατα στην µελλοντική παραγωγή βαµβακιού, και τα οποία προωθούσαν στους άγγλους επενδυτές ως εχέγγυα για τα χρήµατα που δανείζονταν, σε αγγλικές λίρες, που κατόπιν δάνειζαν στους ντόπιους βαµβακοπαραγωγούς, σε δολάρια. Εκείνοι χρησιµοποίησαν αυτά τα δανεικά για να αγοράζουν εισαγώµενα από την Ευρώπη, και ιδίως από την Βρετανία, καταναλωτικά αγαθά. Λέγεται ότι τα µαγαζιά του Αµερικανικού Νότου ήταν γεµάτα µε πορσελάνες και υφάσµατα από την Αγγλία, ακριβά γαλλικά κρασιά, δερµάτινα από την Βόρεια Ιταλία κ.ο.κ.

Διαβάστε   Χιθ Λέτζερ: εγχειρίδιο αυτοκαταστροφής για εκκολαπτόμενους σταρ…

Το επιτόκιο µε το οποίο δανείζονταν οι νότιοι αµερικανοί από τους βόρειους άγγλους, ώστε να επιδοθούν στον πρωτόγνωρο καταναλωτισµό τους, προσδιοριζόταν από τις Βρετανικές τράπεζες (το λεγόµενο Libor, που µόλις τώρα, εν έτει 2013, καταργείται λόγω πρόσφατου σκανδάλου) και για χρόνια ήταν σταθερό, γύρω στο 4%. Με άλλα λόγια έφτανε να πιάσει βήχας το τραπεζικό σύστηµα της Βρετανίας για να αρπάξει πνευµονία ο Νότος της Αµερικής.

Το 1837 ήταν για την γενιά εκείνη ότι το 2008 για την δική µας: η χρονιά ενός µεγάλου Κραχ. Όπως συµβαίνει σε κάθε παγκόσµιο Κράχ, η ρευστότητα εξαφανίστηκε και οι τράπεζες άρχισαν να ζητούν όλο και υψηλότερο επιτόκιο για να συνεχίσουν να δανείζουν τους πελάτες τους. Αργά αλλά σταθερά, το Libοr αυξήθηκε από 4% σε 5%, κατόπιν σε 6% έως ότου, κάποια στιγµή, έφτασε το 9%. Παράλληλα, η ζήτηση για αµερικανικό βαµβάκι στην Ευρώπη µειώθηκε λόγω της Ύφεσης που πάντα ακολουθεί ένα Κραχ. Έτσι, οι αµερικανοί βαµβακοπαραγωγοί ξάφνου φαλήρησαν: τα δάνεια που είχαν συνάψει έγιναν απαγορευτικά ακριβά ενώ τα έσοδά τους κατέρρεαν. Μαζί τους πτώχευσαν και οι τράπεζες που τους είχαν δανείσει.

Αντιµέτωπες µε το φάσµα της πτώχευσης µεγαλο-αγροτών και τραπεζών, οι κυβερνήσεις των πολιτειών άρχισαν να εκδίδουν πολιτειακά οµόλογα ώστε να τους στηρίξουν – ακριβώς όπως τα κράτη της Ευρωζώνης (µαζί τους και το δικό µας) σήµερα δανείζονται για να στηρίξουν το καταρρέον τραπεζικό σύστηµα. Για τρία χρόνια, η µεταβίβαση των ιδιωτικών ζηµιών στις πλάτες των πολιτειών (δηλαδή των φορολογούµενων) απέδωσε. Αυτό που συνέβη είναι ότι οι επενδυτές της Βόρειας Αγγλίας δάνειζαν τις πολιτείες ώστε εκείνες να αποπληρώνουν τα δάνεια των τραπεζών προς… αυτούς. Σύντοµα όµως οι άγγλοι δανειστές άρχισαν να ανησυχούν ότι, κάποια στιγµή, οι πολιτείες δεν θα µπορούσαν να αποπληρώσουν τα οµολογιακά δάνεια που τους είχαν δώσει.

Διαβάστε   Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του: το καρναβαλικό πνεύμα που αναποδογυρίζει την κατεστημένη τάξη

Πράγµατι. Πολύ γρήγορα ο κύκλος της δυστυχίας έκλεισε καθώς έφτασαν στην Βόρεια Αγγλία τα φρικτά µαντάτα: Πρώτη πτώχευσε η πολιτεία του Mississippi. Ακολούθησε η Alabama. Το Illinois. Η Indiana. Το Michigan. Ξάφνου ένα τοπικό «πρόβληµα» του αµερικανικού νότου µετετράπη σε εθνική και παγκόσµια κρίση χρέους. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο John Quincy Adams, έγινε έξαλλος µε τους Νότιους συµπατριώτες του και, πεπεισµένος ότι οι νότιες πολιτείες των ΗΠΑ δεν δικαιούνταν να ζητήσουν κούρεµα των χρεών τους στους ξένους δανειστές, διέταξε το Αµερικανικό Ναυτικό να αποσύρει τις κανονιοφόρους του από τον ποταµό Mississippi. Γιατί; Ώστε, άκουσον-άκουσον, να επιτραπεί στο Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό να πλεύσει προς τις πρωτεύσουσες των πτωχευµένων πολιτειών και, υπό την απειλή των κανονιών, να επιβάλει το «δίκαιο του δανειστή» – να απαιτήσει δηλαδή και να λάβει ό,τι περιουσιακό στοιχείο υπήρχε έναντι των δανειών των άγγλων επενδυτών. Ούτε την Τρόικα να καλούσε δεν θα έσπερνε τέτοιο πανικό στις νότιες πολιτείες!

Φανταστείτε τον θυµό των Άγγλων όταν συνειδητοποίησαν ότι το µόνο περιουσιακό στοιχείο που τους εξασφάλιζαν τα εχέγγυα που είχαν στα χέρια τους, τα βαµβακο-οµόλογα που προανέφερα, ήταν οι σκλάβοι – οι µαύροι δούλοι εξ Αφρικής που εργάζονταν στις βαµβακοφυτίες υπό τις συνθήκες που επακριβώς αποτυπώνει ο Tarantino στην ταινία του. Βλέπετε, το Βρετανικό Ναυτικό δεν βρήκε σοβαρές ποσότητες βαµβακιού για να κατασχέσει καθώς η παραγωγή είχε µειωθεί ιδιαίτερα λόγω της πτώχευσης των λευκών αφεντικών. Μπορεί η εργασία να ήταν δωρεάν (να ένα τέλειο παράδειγµα «ελαστικής αγοράς εργασίας») όµως οι σκλάβοι έπρεπε να τρώνε, οι φυτείες είχαν µη εργασιακά κόστη, και, σε τελική ανάλυση, η ζήτηση για βαµβάκι είχε εκλείψει. Να γιατί η παραγωγή έπεσε τόσο που οι Άγγλοι ανακάλυψαν ότι το µοναδικό περιουσιακό στοιχείο που µπορούσε να φέρει πίσω στην Αγγλία το ναυτικό τους ήταν οι… δούλοι. Έλα όµως που στο µεταξύ η δουλεία είχε απαγορευτεί στην Βρετανία. Το αποτέλεσµα ήταν οι Άγγλοι να πουλήσουν σε ντόπιους δουλέµπορους, βεβαίως σε εξευτελιστικές τιµές, το δικαίωµα να «κατάσχουν» δούλους των οποίων τα αφεντικά χρώσταγαν στις τράπεζες.

Διαβάστε   “La Casa De Papel”: μια επαναστατική "ένεση ρευστότητας"...

Αυτές ήταν οι συνθήκες υπό τις οποίες ο Αµερικανικός Νότος πήρε φωτιά µετά το 1840, η βία εναντίον των µαύρων σκλάβων κορυφώθηκε, οι ΗΠΑ εισήλθαν σε µια µεγάλη Κρίση που δηµιούργησε το παρασκήνιο µέσα στο οποίο έστησε την τελευταία του ταινία ο Tarantino (η οποία διαδραµατίζεται την δεκαετία του 1850).

Πολλοί θα πουν ότι, όπως εκείνη η Κρίση έφερε την πραγµατική ενοποίηση της Αµερικής, έτσι και η σηµερινή Κρίση της Ευρωζώνης µας ωθεί, αργά αλλά σταθερά, προς την Οµόσπονδη Ευρώπη. Μακάρι. Τους θυµίζω όµως ότι για να ενοποιηθεί η Αµερική µετά το Κραχ του 1837, έπρεπε πρώτα να ξεσπάσει ένας απάνθρωπος Εµφύλιος (το 1861) στον οποίο ξεκληρίστηκε µεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσµού απ’ ότι στον Β΄Παγκόσµιο Πόλεµο στην Ευρώπη.

Σήµερα, στις αρχές του 2013, στην Ευρωζώνη µπορεί να έχουµε πολιτικούς όπως ο John Quincy Adams, που προσκαλούν στα µέρη µας το «βαρύ πυροβολικό» των δανειστών µας, και σκλάβους του χρέους που δηµιούργησαν άλλοι. Έναν Abraham Lincoln που θα καταργήσει την δουλεία και θα ενοποιήσει την ήπειρό µας, δυστυχώς, δεν φαίνεται να διαθέτουµε.

 

ΠΗΓΗ: www.yanisvaroufakis.eu/ (πρώτη δημοσίευση 2013)