Ο σκηνοθέτης Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ μιλά για την «Τελευταία σημαία»

Ο Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου του 1960 στο Χιούστον του Τέξας, στις ΗΠΑ. Το 1982 σταμάτησε την πανεπιστημιακή του εκπαίδευση στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαμ Χιούστον προκειμένου να πάει να δουλέψει σε μια εξέδρα πετρελαίου στον Κόλπο του Μεξικού. Δεν σπούδασε ποτέ κινηματογράφο. Όταν γύρισε στο Τέξας και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα της Πολιτείας, το Όστιν, δημιούργησε μια κινηματογραφική κοινότητα μέσω της οποίας εξέφραζε την αγάπη του προς το σινεμά. Χαρακτηριστικό πολλών ταινιών του είναι ότι εξελίσσονται κατά τη διάρκεια μιας και μόνον μέρας και ότι συλλαμβάνει την κουλτούρα της νεολαίας, της εφηβείας και της μετεφηβείας που βίωσε και έδρασε κατά τη συναρπαστική δεκαετία του ’70. Ο τίτλος μίας ταινίας του («Slacker») έδωσε σε μια ολόκληρη γενιά κάτι με το οποίο μπορούσε άνετα να ταυτιστεί.

Η τελευταία του παραγωγή έχει τίτλο «Η τελευταία σημαία» και πρόκειται για ένα road movie που ξεχειλίζει από χιούμορ, μελαγχολία και μεταμέλεια, καθώς εξετάζει τις διαρκείς συνέπειες επιλογών που πάρθηκαν στο χωνευτήρι του πολέμου. Το 2003, τριάντα χρόνια αφότου υπηρέτησαν μαζί, στην ίδια μονάδα, στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο πρώην γιατρός του Ναυτικού Σώματος, Λάρι «Ντοκ» Σέφερντ, επανενώνεται με τους πρώην Πεζοναύτες Σαλ Νίλον και Ρίτσαρντ Μούλερ, προκειμένου να φέρουν εις πέρας μία άλλου είδους αποστολή. Ζητάει την παρέα τους, τη βοήθεια και τη στήριξή τους προκειμένου να θάψει τον μονάκριβο γιο του, έναν Πεζοναύτη που λίγες μέρες πριν έχασε τη ζωή του στο Ιράκ, όπου υπηρετούσε τη θητεία του. Ο Ντοκ αποφασίζει να μην θαφτεί ο γιος του – με τιμές ήρωα – στο στρατιωτικό νεκροταφείο του Άρλινγκτον. Αντιθέτως, παίρνει το φέρετρο έχοντας ως σκοπό να το μεταφέρει με τη βοήθεια των παλιών του φίλων στην ιδιαίτερη πατρίδα του, και να αναπαυθεί εκεί για πάντα το παιδί του. Καθώς κάνουν το γλυκόπικρο και ιδιαίτερο αυτό ταξίδι, οι τρεις παλιοί φίλοι αναπολούν το παρελθόν και προσπαθούν να συμβιβαστούν με το γεγονός ότι ο πόλεμος συνεχίζει να διαμορφώνει τη ζωή τους.

  • Πότε διαβάσατε το βιβλίο του Ντάριλ Πόνικσαν πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία;

Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν δεκατρία χρόνια, το 2005 και το διάβασα αμέσως. Ενόσω το διάβαζα σκεφτόμουνα: «Γουάου, αυτό είναι έτοιμο να γίνει ταινία». Τη δεδομένη χρονική περίοδο ο πόλεμος στο Ιράκ ήταν ήδη μια καταστροφή και το βιβλίο έλεγε πάρα πολλά πράγματα σχετικά με το πως υπήρχαν τρανταχτές ομοιότητες ανάμεσα στον πόλεμο στο Βιετνάμ με εκείνον στο Ιράκ. Ουσιαστικά, όσα έλεγε το βιβλίο συντονίστηκαν με τις σκέψεις μου πάνω στο θέμα. Κυρίως όμως ήταν αυτοί οι τρεις χαρακτήρες, ο Ντοκ, ο Σαλ και ο Μούλερ, που με συνεπήραν. Γούσταρα τρελά αυτούς τους τυπάδες και ήθελα να σκάψω στις ζωές τους έτσι ώστε να δημιουργήσω το πορτρέτο τριών μεσήλικων βετεράνων του πολέμου του Βιετνάμ.

  • Αυτή, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά, που προσπαθήσατε να μεταφέρετε το βιβλίο στον κινηματογράφο, σωστά;
Διαβάστε   "Απεργία" του Σεργκέι Αιζενστάιν

Μόλις διάβασα το βιβλίο ήθελα να το κάνω ταινία. Αλλά το 2006 τελικά σκέφτηκα πως η εποχή δεν ήταν η κατάλληλη. Δεν υπήρχε το κατάλληλο timing. Ως κοινωνία δεν ήμασταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε κατάματα τον πόλεμο στο Ιράκ, ο οποίος λάμβανε χώρα ακριβώς μπροστά στα μάτια μας, χωρίς να μπορούσε να δει κάποιος πως και πότε θα τελείωνε όλο αυτό. Αν σκεφτεί κανείς την ιστορία των πολεμικών ταινιών εύκολα αντιλαμβάνεται πως οι καλύτερες συνήθως προκύπτουν χρόνια μετά το πέρας του πολέμου. Τότε που οι άνθρωποι είναι επιτέλους έτοιμοι να ξεκινήσουν να εξετάζουν τι ακριβώς έχει συμβεί. Όταν τελικά ξεκαθάρισε πως το φιλμ δεν θα γυριζόταν τότε, θυμάμαι να μιλάω στον Ντάριλ και να του λέω: «Αυτή η ταινία κάποια στιγμή θα γίνει».

  • Όταν πήρε μπροστά η πραγματοποίηση της ταινίας πώς αποφασίσατε να χειριστείτε το βιβλίο;

Μίλησα με τον Πόνικσαν πριν δύο χρόνια και αποφασίσαμε να αλλάξουμε το αρχικό σενάριο κατά πολύ. Σκέφτηκα λοιπόν να το δομήσουμε έτσι ώστε ουσιαστικά να πρόκειται για ταινία εποχής. Να τοποθετήσουμε τα γεγονότα τον Δεκέμβριο του 2003, την εποχή δηλαδή που συνελήφθη ο Σαντάμ Χουσεϊν. Θεωρήσαμε ότι οι θεατές θα θυμούνται εκείνη τη στιγμή, οπότε όλη η ιστορία θα είναι θεμελιωμένη σε μια πραγματικότητα την οποία όλοι γνωρίζουμε, όλοι τη βιώσαμε, όλοι τη μοιραστήκαμε. Κι αυτό νομίζω πως ήταν και ο αρχικός στόχος του ίδιου του βιβλίου.

  • Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η ταινία είναι ένα είδος σίκουελ της ταινίας «Το τελευταίο απόσπασμα»;

Η σύντομη απάντηση είναι «όχι». Αυτή είναι όμως μια πολύ λογική ερώτηση. Κι αυτό επειδή το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίζεται η ταινία μας, αποτελεί τη συνέχεια του βιβλίου με τον τίτλο «The Last Detail», πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία «Το τελευταίο απόσπασμα» του 1973. Η ταινία του Χαλ Άσμπι με τους Τζακ Νίκολσον, Ράντι Κουέιντ και Ότις Γιανγκ, βασίζεται κι εκείνη σε βιβλίο του Ντάριλ Πόνικσαν. Και ο Ντάριλ έγραψε το νέο βιβλίο ως σίκουελ του βιβλίου που προηγήθηκε. Όμως, η διαδικασία συγγραφής του σεναρίου για τη δική μου ταινία ήταν ένα μακρύ ταξίδι και η κατάληξή του είναι, νομίζω, ένα μοναδικό μέρος. Αν τελικά γυρίζαμε την ταινία το 2005 ή το 2006 θα μπορούσε να είναι πολύ περισσότερο ένα σίκουελ. Δεν προέκυψε ταινία τότε. Αντί όμως να ματαιωθεί ολωσδιόλου, η ταινία παρέμενε στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Τόσο σπουδαίοι χαρακτήρες δεν θα μπορούσαν απλώς να εξαφανιστούν.

  • Πώς και απευθυνθήκατε στον Τεντ Χόουπ της Amazon Studios;
Διαβάστε   Sicario 2-Η Μάχη των Εκτελεστών

Γνώριζα τον Τεντ εδώ και πολλά χρόνια. Ήταν ένας γνωστός ανεξάρτητος παραγωγός, που μας έδωσε ταινίες όπως τα «21 γραμμάρια», το «American Splendor» και το «Μυστικά της κρεβατοκάμαρας». Πλέον είναι επικεφαλής παραγωγής ταινιών στα Amazon Studios. Του τηλεφώνησα λοιπόν, του έστειλα το σενάριο και του είπα πως έφτασε η στιγμή να ειπωθεί αυτή η ιστορία. Του είπα πως η κοινωνία μας είναι έτοιμη πλέον να εξετάσει τα γενεσιουργά αίτια του πολέμου μας στο Ιράκ. Και πως μπορούσαμε πλέον να αποτυπώσουμε την παράνοια που επικρατούσε μετά την επίθεση στους Δίδυμους Πύργους, αυτήν την αίσθηση του «τι στο διάβολο συμβαίνει τώρα;».  Να καταλάβουμε για ποιον λόγο έγινε ο συγκεκριμένος πόλεμος. Αυτό που σας είπα και πριν: νομίζω πως πλέον η ιστορία είναι πλέον έτοιμη να την αφηγηθούμε και ο Ted συμφώνησε.

  • Και πώς καταλήξατε στους τρεις πρωταγωνιστές σας;

Άρχισα να σκέφτομαι σύγχρονους ηθοποιούς που βρίσκονται στην κατάλληλη ηλικία για να υποδυθούν τους συγκεκριμένους χαρακτήρες. Δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται καθώς υπάρχουν πολλοί καλοί ηθοποιοί οι οποίοι βρίσκονται στο συγκεκριμένο ηλικιακό πλαίσιο. Ο Στιβ, ο Λόρενς και ο Μπράιαν είναι τρεις πολύ αστείοι τύποι, ο καθένας τους όμως έχει τη δική του αίσθηση του χιούμορ και το δικό του ρυθμό. Ταίριαξαν αμέσως μεταξύ τους. Και αυτό που συμφωνήσαμε ήταν να εξερευνήσουμε πως είναι να βρίσκεσαι στη μέση ηλικία και να γυρνάς πίσω στο χρόνο ενθυμούμενος γεγονότα και συναισθήματα που δημιουργήθηκαν τριάντα χρόνια πριν, όταν οι τρεις αυτοί χαρακτήρες ήταν τόσο δεμένοι, σαν να ήταν αδέλφια.

  • Πώς θα επιθυμούσατε να αντιδράσει το κοινό απέναντι στην ταινία σας;
Διαβάστε   Η Μαργκό Ρόμπι επιστρέφει με φόρα και στυλ...

Προσωπικά, έχω πολλά πράγματα να πω σχετικά με τον πόλεμο, πράγματα που θα μπορούσαν να προκύψουν πολύ διδακτικά, αλλά αισθάνθηκα πως τούτη η ταινία δεν ήταν το μέρος για να τα εκφράσω. Ελπίζω οι θεατές να αντιδράσουν απέναντι στην ταινία με πολλούς διαφορετικούς τρόπους καθώς έχουν μπόλικα πράγματα να επεξεργαστούν: ένα έθνος που οδηγήθηκε στον πόλεμο, τις έννοιες της θυσίας και τι σημαίνει αυτό για τον πολιτισμό μας και τον κόσμο μας. Αισθάνομαι άνετα να ασχολούμαι με όλα αυτά σε ανθρώπινη κλίμακα. Νομίζω πως κάθε φορά που μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους να σκεφτούν αυτά τα θέματα, αξίζει να γυρίσεις μια ταινία όπως «Η τελευταία σημαία».

 

Η τελευταία σημαία-Last Flag Flying

Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ

Πρωταγωνιστούν: Μπράιαν Κράνστον, Στιβ Καρέλ, Λόρενς Φίσμπερν

Διάρκεια: 124’

Ημερομηνία κυκλοφορίας: 17 Μαΐου στους κινηματογράφους