Με συναρπαστικά masterclasses, προβολές και εκδηλώσεις συνεχίστηκε το 3o Evia Film Project

Συνεχίστηκαν οι δράσεις και οι εκδηλώσεις του 3oυ Evia Film Project την Πέμπτη 4 και Παρασκευή 5 Ιουλίου σε Αιδηψό, Αγία Άννα και Λίμνη.

Πιο συγκεκριμένα, την Πέμπτη 4 Ιουλίου:

  • Οι προσκεκλημένοι της Αγοράς συμμετείχαν σε hiking και γιόγκα στη φύση, στο πλαίσιο μιας ημέρας αφιερωμένης στη σχέση που αναπτύσσουμε με τον εαυτό μας και το σώμα μας.
  • Τα παιδιά συμμετείχαν σε ένα πρωτότυπο κυνήγι πράσινου θησαυρού στην Αιδηψό, σε συνεργασία με το WWF Ελλάς.
  • Ξεκίνησαν τα masterclasses του φετινού Evia Film Project στην Αγία Άννα με τη Γιολάντα Μαρκοπούλου, η οποία παρουσίασε τις προκλήσεις στη δημιουργία ενός έργου μικτής πραγματικότητας (MR), με τη συμμετοχή του Χαράλαμπου Ριζόπουλου και της Κατερίνας Αντωνοπούλου.
  • Στο Ελύμνιον, στη Λίμνη, προβλήθηκαν: το Underwonder του Κώστα Καρύδα, μια παραγωγή της Cosmote TV, το Nothing Holier than a Dolphin της Ισαβέλλας Μαργάρα και Οι μνήμες του νερού της Κάθριν Μπίγκελοου.
  • Προβλήθηκε στο Σινέ Απόλλων, στην Αιδηψό, το ντοκιμαντέρ Διπλός αποικισμός της Λιν Αλούνα.
  • Πραγματοποιήθηκε ένα dj set από τον The Boy στο Κύμα.

 

Masterclass Γιολάντας Μαρκοπούλου

Με αφορμή το έργο μικτής πραγματικότητας Paradise Lost, το οποίο βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης, η διαθεματική καλλιτέχνις Γιολάντα Μαρκοπούλου παρέδωσε masterclass, στο πλαίσιο ενός εξειδικευμένου εργαστηρίου, ειδικά διαμορφωμένου για τους φοιτητές του Τμήματος Ψηφιακών Τεχνών και Κινηματογράφου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών στα Ψαχνά της Εύβοιας. Στο masterclass συμμετείχαν ο Χαράλαμπος Ριζόπουλος, καθηγητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και η Κατερίνα Αντωνοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια διαδραστικών τεχνών στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η Γιολάντα Μαρκοπούλου αναφέρθηκε στις προκλήσεις στη δημιουργία ενός έργου μικτής πραγματικότητας στην Ελλάδα.

Το masterclass προλόγισε ο Λάζαρος Μπουδακίδης, επικεφαλής τμήματος Immersive – All Around Cinema, ο οποίος καλωσόρισε τους φοιτητές και το κοινό στην εκδήλωση και παρουσίασε τους ομιλητές και το θέμα του masterclass.

Αρχικά, η Γιολάντα Μαρκοπούλου δήλωσε αισιόδοξη, διότι περιτριγυρίζεται από νέους ανθρώπους που βρίσκονται στην αρχή της καριέρας τους στον χώρο. Αναφέρθηκε στη μεγάλη της ανάγκη να συνδέσει τον Immersive κόσμο με το θέατρο και μίλησε για τη δημιουργία του White Dwarf, που παρουσιάστηκε το 2022 στο πλαίσιο του 63ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Η αρχική ιδέα ήταν να είναι ένα έργο διαδραστικό. Με την έλευση όμως της πανδημίας, αναγκαστήκαμε να το κάνουμε VR. Έγινε έτσι μια VR ταινία 360 μοιρών, στην οποία παρέμεινε ένα performative κομμάτι. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, παρουσιάστηκε σε έναν χώρο φτιαγμένο αμιγώς για εκείνη», τόνισε.

Το τωρινό project της Γιολάντας Μαρκοπούλου ονομάζεται Paradise Lost, βρίσκεται στο στάδιο της ανάπτυξης, βασίζεται στο animation και μιλάει για το πώς μια οικογένεια χωρίζεται στη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής. Τόνισε ότι επιθυμία της είναι να δώσει τη δυνατότητα στον θεατή να διερευνήσει τον ψηφιακό κόσμο, παραμένοντας σε επαφή με τον πραγματικό. Για τον λόγο αυτό, πήρε την απόφαση να προσεγγίσει το θέμα αυτό με ένα έργο μικτής πραγματικότητας.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου αναφέρθηκε στον χώρο της μικτής πραγματικότητας ως ένα πεδίο «ανεξερεύνητο, που έχει χώρο για πολύ πειραματισμό», ενώ αμέσως μετά έκανε live casting για να πάρουν μια γεύση της ταινίας οι φοιτητές. Σημείωσε ότι το γεγονός πως δυσκολευόμαστε πραγματικά, σε ένα έργο μικτής πραγματικότητας, να καταλάβουμε τι ανήκει στον ψηφιακό και τι στον πραγματικό κόσμο, έχει ενδιαφέρον: «Πείθουμε τον εγκέφαλό μας πως όλο αυτό το κατασκεύασμα είναι αληθινό».

Αμέσως μετά, τον λόγο πήρε η Κατερίνα Αντωνοπούλου, η οποία έκανε μια σύντομη αναφορά στα μαθήματα του προγράμματος προπτυχιακών σπουδών του ΕΚΠΑ που σχετίζονται με την παραγωγή έργων εικονικής πραγματικότητας, δίνοντας έμφαση στον διεπιστημονικό χαρακτήρα του αντικειμένου: «Για τη δημιουργία τέτοιων projects είναι απαραίτητη η συνεργασία πολλών διαφορετικών ειδικοτήτων – κάτι που συμβαίνει και στον καλλιτεχνικό χώρο», σχολίασε σχετικά.

Στη συνέχεια, παρουσίασε ορισμένα ενδεικτικά φοιτητικά έργα εικονικής πραγματικότητας που έχουν αναπτυχθεί στα εργαστήρια του τμήματος και έκανε μια σύντομη αναφορά σε ευρωπαϊκά προγράμματα στα οποία συμμετέχει το τμήμα, στο πλαίσιο των οποίων έχουν πραγματοποιηθεί εργαστήρια και έχουν αναπτυχθεί έργα επαυξημένης και εικονικής πραγματικότητας.

Η Γιολάντα Μαρκοπούλου πήρε πάλι τον λόγο για να μιλήσει για τη «μοναξιά» που επικρατεί σε τέτοια VR δημιουργήματα, σημειώνοντας ότι αυτό συμβαίνει γιατί είναι φοβερά δύσκολο να σχεδιάσεις 360° χαρακτήρες και να τους δώσεις ψυχή, με αποτέλεσμα οι περισσότεροι δημιουργοί να καταλήγουν στη δημιουργία μοναχικών κόσμων. Τόνισε τη δυσκολία της παραγωγής τέτοιων ταινιών, ειδικά στην Ελλάδα. Έθεσε, επίσης, το ζήτημα του storytelling και το πρόβλημα της εμμονής στο τεχνολογικό κομμάτι: «Πολλές φορές στο VR “τρέχουμε” στο τέλος και μας ενδιαφέρει μόνο το πώς θα φαίνεται το αποτέλεσμα από άποψη εικόνας και παρουσίασης. Δυστυχώς, τα έργα VR είναι συχνά φτωχά από άποψη ιστορίας», σχολίασε.

Μίλησε, επίσης, για την ανάγκη να σκεφτούμε σε ποιους ακριβώς απευθυνόμαστε όταν κάνουμε μια τέτοια ταινία, αλλά κυρίως να απαντήσουμε στους εαυτούς μας για ποιον λόγο θέλουμε να κάνουμε μια VR ταινία, και αν το συγκεκριμένο μέσο μάς εξυπηρετεί πραγματικά ή όχι. Τόνισε την ανάγκη συνεργασίας μεταξύ του καλλιτεχνικού και του καθαρά τεχνικού χώρου. Σε αυτό το σημείο η κ. Αντωνοπούλου σημείωσε πως οι νέες φουρνιές φοιτητών «θα καταφέρουν να γεφυρώσουν αυτό το επικοινωνιακό χάσμα, καθώς διαθέτουν ικανότητες σε διάφορα φάσματα».

Ο Χαράλαμπος Ριζόπουλος τόνισε πως, αν και γενικά είναι απαισιόδοξος, νιώθει αισιόδοξος για το μέλλον της εικονικής πραγματικότητας και πιστεύει πως θα είναι πιο αποτελεσματικό. Στη συνέχεια, έθεσε το ρητορικό ερώτημα αν τελικά «το μέσο υπηρετεί την ιστορία μας, ή το αντίστροφο; Υπάρχει μια μεγάλη παγίδα: επειδή μπορούμε να κατασκευάσουμε κάτι, πρέπει οπωσδήποτε να το κάνουμε;», σχολίασε. Ανέφερε, επίσης, πως όταν εμφανίζεται ένα νέο μέσο, είναι ακριβό, δύσχρηστο και δεν έχουμε ανακαλύψει ακόμη τις συμβάσεις στη γραμματική του, προχωρώντας κάπως ψηλαφιστά.

Έπειτα, ο Δημήτρης Χαρίτος, καθηγητής στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, ανέφερε κάποια λόγια του Άλβιν Γουάνγκ Γκρέιλιν (Alvin Wang Graylin), ο οποίος είχε δηλώσει σχετικά με την εικονική πραγματικότητα πως το πρόβλημά της δεν είναι η τεχνολογία, η οποία είναι εύρωστη, αλλά το περιεχόμενό της, το οποίο είναι φτωχό. «Δεν υπάρχει σε βάθος κατανόηση των χαρακτηριστικών του μέσου», δήλωσε, συμφωνώντας με τον κύριο Ριζόπουλο. Οι ομιλητές εξέφρασαν την πεποίθηση πως η αδυναμία των προϊόντων εικονικής πραγματικότητας εντοπίζεται περισσότερο στον τρόπο που αρθρώνεται η αφήγηση παρά στην τεχνολογία που υποστηρίζει την αφήγηση αυτή.

Μετά τη συζήτηση, οι φοιτητές είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν το έργο της Γιολάντας Μαρκοπούλου, καθώς και τα πρότζεκτ φοιτητών που παρουσίασε η κυρία Αντωνοπούλου μέσω headset.

 

Προβολές στο Ελύμνιον

Την Πέμπτη, 4 Ιουλίου στο Ελύμνιον στη Λίμνη, προβλήθηκαν οι ταινίες Underwonder, μια παραγωγή της Cosmote TV, σε σκηνοθεσία του Κώστα Καρύδα και η μικρού μήκους ταινία Nothing Holier than a Dolphin της Ισαβέλλας Μαργάρα, παρουσία των δύο δημιουργών, καθώς και η ταινία Οι μνήμες του νερού της Κάθριν Μπίγκελοου.

Διαβάστε   Oscars 2023: Όλα τα βραβεία...

Ο Κώστας Καρύδας δήλωσε πως το Underwonder είναι «ένα ταξίδι μιας ομάδας δυτών που επισκέπτονται σπήλαια σε όλη την Ελλάδα». Ακολούθησε η προβολή του ντοκιμαντέρ και στη συνέχεια Q&A με τον σκηνοθέτη.

Σε ερώτηση σχετική με το πώς γνωρίστηκε ο σκηνοθέτης με τους δύτες του ντοκιμαντέρ, απάντησε: «Αυτή η ομάδα δυτών κάνει πολύ καιρό καταδύσεις και όταν συναντηθήκαμε, εξέφρασαν την ανάγκη να επικοινωνήσουν όσα βλέπουν, για να μπορέσει και ο κόσμος να καταλάβει τι υπάρχει κάτω από τα πόδια του. Έτσι, ξεκινήσαμε να χτίζουμε τη δομή του ντοκιμαντέρ, να διαλέγουμε τα σπήλαια από τις χιλιάδες που υπάρχουν στην Ελλάδα και να κάνουμε τα ταξίδια», απάντησε.

«Οι συνεδριάσεις τους κρατούσαν μέχρι και επτά ώρες, υπήρχαν έντονες διαφωνίες και ο καθένας φυσικά είχε τον χαρακτήρα του», είπε ο σκηνοθέτης. «Εκεί κάτω στα σπήλαια, η οργάνωση είναι θέμα ζωής και θανάτου και, φυσικά, κάποια θέματα πρέπει να οργανωθούν μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια».

Σχετικά με την επιτυχία της σειράς ντοκιμαντέρ, ανέφερε: «Πιστεύω πως έχει να κάνει με αυτούς τους αθέατους κόσμους. Κάναμε μεγάλη προσπάθεια να σας βάλουμε κι εσάς μέσα στο σπήλαιο, όχι απλώς να καταγράψουμε αυτήν την εμπειρία, αλλά να γίνετε κι εσείς μέρος αυτής της κατάδυσης». Τόνισε πως τα υποβρύχια πλάνα ήταν εξαιρετικά δύσκολα, καθώς τα τράβηξε όλα μία δύτρια της ομάδας και δεν είχαν κανέναν έλεγχο στην κινηματογράφηση κάτω από το νερό. Τέλος, είπε πως ο υποβρύχιος πλούτος της Ελλάδας ίσως τον παρακινήσει να συνεχίσει να ακολουθεί αυτήν την ενδιαφέρουσα ομάδα δυτών.

Μετά την προβολή της ταινίας ακολούθησε παρουσίαση της ταινίας Nothing Holier than a Dolphin, παρουσία της σκηνοθέτιδος. Η ταινία συμμετείχε το 2022 στο Φεστιβάλ Μικρού Μήκους Ταινιών του Κλερμόν-Φεράν, από το οποίο έφυγε με το βραβείο κοινού.

Η δημιουργός Ισαβέλλα Μαργάρα ευχαρίστησε το Φεστιβάλ για την πρόσκληση και ανέφερε πως η ταινία ξεκίνησε από ένα κάλεσμα περιβαλλοντικών οργανώσεων από’ όλη την Ευρώπη, που ήθελαν να χρηματοδοτήσουν ένα σενάριο σχετικό με την υπεραλίευση και το bycatch θαλάσσιων πλασμάτων (θαλάσσιες χελώνες, δελφίνια κ.ά.) που πιάνονται κατα λάθος στα δίχτυα των ψαράδων: «Ανακάλυψα πως το bycatch είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα στις θάλασσες. Αυτό που με συγκίνησε, όμως, και με έκανε να θέλω να γράψω ένα σενάριο γι’ αυτό το θέμα, ήταν το ότι διάβασα πως πολλά από αυτά τα ζώα, αν και τα επιστρέφουν στη θάλασσα, δεν επιβιώνουν λόγω του σοκ της αιχμαλωσίας. Αυτός ο πόνος και το σοκ της αιχμαλωσίας ήταν αυτό που με έκανε να θέλω να γράψω, και μάλιστα να βάλω έναν άνθρωπο στην κατάσταση του δελφινιού, ώστε να μπορούμε να μπούμε πιο εύκολα στη θέση τους», ανέφερε.

Η σκηνοθέτις μιλάει για την απώλεια με έναν πιο μεταφορικό τρόπο, βασιζόμενη σε δύο μύθους για να γράψει το σενάριο: «Ο ένας μύθος προέρχεται από το νησί της Σάμου. Εκεί, θεωρείται πως ολόκληρες περιοχές προήλθαν από ένα αγόρι που κατέφτασε στις ακτές καβαλώντας ένα δελφίνι – μια εικόνα πολύ διαδεδομένη στην ελληνική λαϊκή παράδοση. Ο δεύτερος μύθος προέρχεται από τον αρκτικό κύκλο, όπου μια πολική αρκούδα διασώζει έναν ψαρά, ο οποίος πνίγεται στη θάλασσα».

Τέλος, μιλώντας για τη δομή της ταινίας, η οποία είναι ουσιαστικά μια αναπαράσταση μιας προφορικής ιστορίας, ανέφερε πως αρχικά, είχε την ιδέα να κάνει γύρισμα με πραγματικά δελφίνια, αλλά δυστυχώς δεν υπήρχε το μπάτζετ: «Δεν ήθελα να περάσω σε ειδικά εφέ, οπότε έπρεπε να βρω έναν άλλον τρόπο να υπάρξει ένα δελφίνι στην οθόνη. Το στοιχείο της προφορικότητας με ενδιέφερε διότι η αφήγηση αποτελεί έναν θεμέλιο λίθο στην κοινωνία μας, ακόμη κι αν δεν είναι προφανές». Η ταινία ήταν μια απόπειρα σύνδεσης διαφορετικών κόσμων, του μύθου και της πραγματικότητας, αλλά και του θεάτρου και του σινεμά.

Μετά την παρουσίαση ακολούθησε η προβολή της ταινίας, ενώ αμέσως μετά προβλήθηκε η ταινία Οι μνήμες του νερού της Κάθριν Μπίγκελοου.

 

Την τέταρτη ημέρα του 3ου Evia Film Project, Παρασκευή 5 Ιουλίου:

  • Φοιτητές και κοινό είχαν την ευκαιρία να παρακολουθήσουν τρία masterclasses στην Αγία Άννα: του Τούρκου σκηνοθέτη Εμίν Αλπέρ και του Έλληνα παραγωγού Γιώργου Τσούργιαννη, της σεναριογράφου Κατερίνας Μπέη και του καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Ολυμπίας, Παντελή Παντελόγλου.
  • Οι προσκεκλημένοι της Αγοράς παρακολούθησαν ένα εργαστήρι που διοργάνωσε η ολιστική θεραπεύτρια Έλενα Χρηστοπούλου με τίτλο «Βιωματικό εργαστήριο – Γαλήνη εν μέσω καταιγίδας: Μια εσωτερική πυξίδα σε δύσκολους καιρούς».
  • Έλληνες και διεθνείς προσκεκλημένοι του Evia Film Project είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν μεζέδες και να μάθουν για την ιστορία του μεζέ και τη σχέση του με τη βιωσιμότητα και το zero food waste από τις δημοσιογράφους γεύσης Ελένη Ψυχούλη και Ιωάννα Σταμούλου.
  • Στο Λαογραφικό Μουσείο Αγίου ξεναγήθηκαν προσκεκλημένοι της Αγοράς και άκουσαν για το αποτύπωμα του ανθρώπου στον πλανήτη μέσα από τον λαογραφικό μας πολιτισμό.
  • Στο σινεμά Ελύμνιον, στη Λίμνη πραγματοποιήθηκε προβολή της ταινίας του Εμίν Αλπέρ Μέρες ξηρασίας και ακολούθησε Q&A με τον σκηνοθέτη και τον παραγωγό Γιώργο Τσούργιαννη.
  • Στο Σινέ Απόλλων στην Αιδηψό τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να απολαύσουν την ταινία κινουμένων σχεδίων Ψάχνοντας την Ντόρι, ενώ στη συνέχεια προβλήθηκε η μικρού μήκους Heatwave του Φωκίωνα Ξένου και ακολούθησε λίγο πριν τα μεσάνυχτα η εμβληματική ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, Τα σαγόνια του καρχαρία.

 

Masterclass Εμίν Αλπέρ – Γιώργου Τσούργιαννη

Ο σκηνοθέτης Εμίν Αλπέρ βρέθηκε στη Βόρεια Εύβοια για την προβολή της ταινίας του Μέρες ξηρασίας που απέσπασε το Βραβείο Κοινού Fischer για ταινία του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια» του 63ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Στο πλαίσιο της παρουσίας του στο 3ο Evia Film Project, ο Εμίν Αλπέρ παρέδωσε masterclass την Παρασκευή 5 Ιουλίου, στην Αγία Άννα, μαζί με τον Έλληνα παραγωγό Γιώργο Τσούργιαννη, συμπαραγωγό της ταινίας του Μέρες ξηρασίας. Μίλησαν για το τι σημαίνει να κάνει κανείς σινεμά σε καιρούς και τόπους αβεβαιότητας και να σκέφτεται εναλλακτικά προκειμένου να προσπεράσει απρόβλεπτους περιορισμούς.

Σχετικά με τον ρόλο του παραγωγού, ο Γιώργος Τσούργιαννης ανέφερε ότι στόχος είναι «να βοηθήσει το έργο να καρποφορήσει και, ειδικά στο arthouse σινεμά, να προστατέψει το όραμα του δημιουργού. Ο ρόλος του παραγωγού έχει σχέση με τη δημιουργία ενός κοινού λεξιλογίου και διευκολύνει την ουσιαστική επικοινωνία με τους δημιουργούς».

Ο Εμίν Αλπέρ δήλωσε πως η μόνη ευκαιρία να απομακρυνθείς πραγματικά από το σενάριο της ταινίας σου, είναι να δεχτείς μια ουσιαστική κριτική: «Είναι κρίσιμο αυτή η κριτική να προέρχεται από άτομα που εμπιστεύεσαι. Τα πολλά λόγια πολύ νωρίς μπορεί να μπερδέψουν τους νέους κινηματογραφιστές». Στη συνέχεια, αστειεύτηκε με τις προσπάθειες του AI να γράψει ένα σενάριο στο δικό του ύφος: «Παρά τις προσπάθειές μου, η τεχνητή νοημοσύνη δυστυχώς έδωσε χαρμόσυνο τέλος στην ιστορία».

Διαβάστε   Χρηματικά βραβεία ύψους 10.000 ευρώ για το Evia Film Project

Τόνισε πως η διαδικασία του σεναρίου έχει να κάνει κυρίως με την υπομονή. Σημείωσε ότι ο ίδιος γράφει το πρώτο προσχέδιο πολύ γρήγορα, μέσα σε 2-3 εβδομάδες. Στη συνέχεια, ξεκινάει τις διορθώσεις. Κάνει ένα διάλειμμα δύο μηνών για να απομακρυνθεί από αυτό που έχει γράψει και επιστρέφει με νέα οπτική. «Το σενάριο συνεχίζει να αλλάζει και στη διαδικασία του μοντάζ. Νιώθω πως το μόνο που σταματά πραγματικά τις αλλαγές σε μια ταινία, είναι η πρόσκληση από ένα Φεστιβάλ», σχολίασε. Πρόσθεσε πως, συνήθως μετά από 4-5 μήνες αλλαγών, νιώθει πως επιτέλους έχει εξαντλήσει όλες τις πιθανές εναλλακτικές ενός σεναρίου.

Ο Γιώργος Τσούργιαννης συμβούλεψε τους νέους εκκολαπτόμενους κινηματογραφιστές να παίρνουν τον χρόνο τους στη δημιουργία μιας ταινίας και να μην αποθαρρύνονται από τις δυσκολίες αυτής της δουλειάς. Τόνισε την ανάγκη να αναζητήσουν καταφύγιο στους συμφοιτητές τους και μελλοντικούς συνεργάτες τους. Με την ανθρωποκεντρική αυτή προσέγγιση συμφώνησε και ο Εμίν Αλπέρ, τονίζοντας πως η αλληλεγγύη είναι τρομερά σημαντική σε αυτή τη δουλειά: «Βρείτε φίλους και όχι συνεργάτες. Προετοιμάστε τον εαυτό σας για μια αναπόφευκτη απογοήτευση. Οι ταινίες σας μπορούν να εξαφανιστούν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες. Μην πτοείστε. Αν είστε ιδιαίτερα εύθικτοι και ευάλωτοι, μην κάνετε αυτή τη δουλειά. Και το χειρότερο, το οποίο δυστυχώς έχω παρατηρήσει σε ανθρώπους που γεύτηκαν την αποτυχία, είναι ότι γέμισαν κακία. Σας παρακαλώ, μην γίνετε μοχθηροί. Μην αφήσετε την απογοήτευση να σας πικράνει με τρόπο μη αναστρέψιμο». Σχετικά με το τι αναζητεί σε έναν σκηνοθέτη, ο Γιώργος Τσούργιαννης ακολουθεί την ανθρωποκεντρική προσέγγιση: «Χωρίς να υποτιμώ τη σημασία του περιεχομένου μιας ιδέας, είναι πολύ σημαντικό για εμένα τι άνθρωπο έχω απέναντί μου και πώς μου επικοινωνεί την ιδέα του», τόνισε.

Ο Εμίν Αλπέρ έδωσε ορισμένες συμβουλές στους φοιτητές: «Να είστε ρεαλιστές με τα σενάριά σας, ειδικά στην αρχή. Εγώ έχω πάντα 2-3 σενάρια ως εναλλακτική, ακόμη και τώρα. Συχνά αισθάνομαι σαν εργολάβος με όλα αυτά τα σχέδια που καταστρώνω, αλλά δυστυχώς είναι κομμάτι της δουλειάς», αστειεύτηκε.

Κλείνοντας, αναφέρθηκε στην αξία του pitching στη δουλειά του, σημειώνοντας ότι, αν και ο ίδιος δεν το απολαμβάνει, είναι ιδιαίτερα χρήσιμο: «Όταν ακούς την ίδια σου την ιστορία, παρουσιάζοντάς τη σε άλλους, καταλαβαίνεις αν έχεις δημιουργήσει κάτι πραγματικά βαρετό, ή, αντιθέτως, κάτι πραγματικά συναρπαστικό».

 

Masterclass Κατερίνας Μπέη

Η Κατερίνα Μπέη, αγαπημένη σεναριογράφος μεγάλων επιτυχιών του κινηματογράφου όπως Φόνισσα, Ευτυχία, αλλά και της τηλεόρασης όπως Τα καλύτερά μας χρόνια κ.ά. παρέδωσε ένα masterclass στην Αγία Άννα για το πόσο εύκολο είναι να βάλεις στο χαρτί τις σκέψεις σου και πόσο ρεαλιστικό είναι να πιστεύεις ότι αυτό αρκεί. Μίλησε για τη συνεργασία σεναριογράφου, σκηνοθέτη/-ριας και παραγωγού, ενώ αναφέρθηκε και στις ομοιότητες και τις διαφορές που έχει ένα σενάριο γραμμένο για την τηλεόραση ή τον κινηματογράφο.

Η Κατερίνα Μπέη είπε πως η ίδια είναι αυτοδίδακτη και δεν είχε την τύχη να σπουδάσει σενάριο. Αναφερόμενη στα όσα είναι σημαντικά για εκείνη για να ξεκινήσει να γράφει ένα σενάριο, είπε ότι υπάρχουν τέσσερις βασικοί πυλώνες: η ιδέα, οι χαρακτήρες, το κρυμμένο νόημα και το τέλος.

Τόνισε τη σημασία του να έχει κανείς τα αυτιά του ανοιχτά και να ακούει, καθώς και τη σημασία του να επικοινωνεί με κάθε τρόπο με το περιβάλλον. «Πλέον, εξαιτίας του διαδικτύου, έχουμε πρόσβαση σε συνθήκες και ανθρώπους που δεν θα συναντούσαμε αλλιώς. Είναι δώρο αυτό για εμάς που γράφουμε», υπογράμμισε. Συμβούλεψε τους φοιτητές να παρακολουθήσουν σειρές ριάλιτι για να παρατηρήσουν τις κινήσεις και τις αντιδράσεις των παικτών για το χτίσιμο ενός χαρακτήρα και τους πρότεινε να διαβάσουν βιβλία ψυχολογίας για τον ίδιο λόγο. «Οτιδήποτε σχετικό με τον άνθρωπο είναι πολύ σημαντικό για τη δουλειά αυτή», τόνισε.

Σχετικά με τους χαρακτήρες μιας ταινίας ή μιας σειράς, είπε: «Δεν θέλουμε χαρακτήρες χάρτινους, αλλά ολοκληρωμένους. Πολλές φορές ο ίδιος ο χαρακτήρας γεννάει τη δράση και την πλοκή και αν τον γνωρίζεις καλά, τότε σου ανοίγει το πεδίο». Παρακίνησε τους φοιτητές να αναρωτιούνται συνεχώς τι ακριβώς μπορεί να ξυπνάει σε κάθε άνθρωπο το σενάριο που γράφουν και να προσπαθούν να συνδέονται ψυχικά με την ιστορία τους.

Δήλωσε, επίσης, πως, αν και η ίδια ακολουθεί τους τέσσερις πυλώνες που προαναφέρθηκαν για να ξεκινήσει το γράψιμο, υπάρχουν άλλοι σεναριογράφοι που δεν γράφουν έτσι. Σημείωσε ότι κάποιοι χρειάζονται περισσότερο χρόνο και περισσότερα στοιχεία και τόνισε ότι όταν κάποιος ξεκινά να γράφει σενάρια, είναι καλύτερο να έχει πολλά στοιχεία που θα τον βοηθήσουν στον σχηματισμό της ιστορίας.

Σχετικά με το πότε τελειώνει μια ιστορία, μοιράστηκε με τους φοιτητές ένα κόλπο που θα τους βοηθήσει να δουν εάν είναι άρτιο αυτό που έχουν γράψει και αν είναι σωστά δομημένο: «Αφού τελειώσετε το σενάριο, κάντε μια τυχαία επιλογή σκηνής, διαβάστε την αποκομμένη και αναρωτηθείτε: αν έφευγε από το σενάριο, θα υπήρχε τρύπα; Αν όχι, πρέπει να το ξαναδουλέψετε». Τόνισε την παράμετρο αυτή, σημειώνοντας ότι πιστεύει σθεναρά πως κάθε λεπτομέρεια στο σενάριο πρέπει να εξυπηρετεί την εξέλιξη της δράσης, διαφορετικά, δεν έχει ρόλο εκεί.

Αναφέρθηκε, επίσης, στη σημασία του να μην περιμένει κανείς την έμπνευση. Είπε ότι όσο την κυνηγάς, τόσο πιο γρήγορα έρχεται, όσο τη σκέφτεσαι το βράδυ στον ύπνο σου και της αφιερώνεις χρόνο, τόσο κατεβαίνουν οι ιδέες: «Βάλτε πρόγραμμα στον εαυτό σας. Αποφασίστε έναν αριθμό σελίδων και γράψτε τόσες κάθε μέρα. Φροντίστε την έμπνευση για να σας φροντίσει κι αυτή». Διαβεβαίωσε τους παρευρισκόμενους πως με τη δουλειά, μπορούν να εξελίσσουν αυτό που κάνουν.

Στο σημείο αυτό, έδειξε ορισμένα αποσπάσματα από τις ταινίες Ευτυχία και Φόνισσα και αναφέρθηκε στις αλλαγές από το αρχικό κείμενο του Παπαδιαμάντη, ή ορισμένα στοιχεία της ζωής της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, για να τα μεταφέρει καλύτερα στη σημερινή εποχή και να διευκολύνει τις ανάγκες της ταινίας. Τόνισε πως η βιογραφία είναι ένα φοβερά δύσκολο είδος, κυρίως γιατί καλείσαι να στριμώξεις μια ολόκληρη ζωή μέσα σε λίγες ώρες. Είναι δύσκολη και γιατί κάθε άνθρωπος που βιογραφείται έχει συγγενείς, οι οποίοι έχουν μνήμες και διαφορετικές θεωρήσεις της πραγματικότητας: «Στη βιογραφία νιώθω πως βρίσκομαι συνεχώς σε απολογητική θέση», δήλωσε.

Συμβούλεψε τους μελλοντικούς σεναριογράφους να είναι έτοιμοι να κάνουν πίσω, να κρατάνε τις ισορροπίες και να μην προτάσσουν ακραία το «εγώ» τους: «Να είστε έτοιμοι να διαπραγματευτείτε για πέντε, αλλά να έχετε στο νου σας να κρατήσετε δύο. Δεν γίνεται να μην κοπεί τίποτα. Δεν είναι έτοιμος ο κόσμος να δεχτεί τα αριστουργήματα ατόφια», αστειεύτηκε.

Στη συνέχεια, μίλησε για τις περιπτώσεις όπου ο σεναριογράφος υπηρετεί το όραμα ενός σκηνοθέτη, δουλεύοντας με ανάθεση. Εκεί, ο σεναριογράφος πρέπει να βρει τρόπους να τον ικανοποιήσει, χωρίς να προσβληθεί η αισθητική του, είπε. «Σε αυτή τη δουλειά, συχνά καλούμαστε να απολογηθούμε -σε παραγωγούς και σε κανάλια. Ωστόσο, μάθετε να κάνετε πίσω σε κάποια πράγματα» συμβούλεψε τους φοιτητές. «Δεν είναι μόνο δικό σας παιδί -υπάρχουν πολλές “μητέρες”. Πολλά από τα σχόλια που θα ακούσετε θα είναι αναξιόλογα, αλλά κάποια θα είναι χρήσιμα», τόνισε.

Διαβάστε   3ο Evia Film Project: Μια συναρπαστική εμπειρία για τους προσκεκλημένους της Αγοράς

Δήλωσε πως η ίδια δεν διαχωρίζει τον κινηματογράφο από την τηλεόραση και πρόσθεσε πως «η τηλεόραση σε ενηλικιώνει, είναι μεγάλο σχολείο». Στην τηλεόραση υπάρχει πίεση χρόνου και φοβερές απαιτήσεις και ο/η επαγγελματίας σεναριογράφος καλείται να αναπτύξει ταχύτητα και επικοινωνιακές δεξιότητες.

Τόνισε πόσο σημαντικό είναι να γίνεται ο διαμερισμός των ειδικοτήτων και ανέφερε πως τα τελευταία χρόνια φαίνεται να πηγαίνουν καλύτερα οι ταινίες που έχουν ξεχωριστό σκηνοθέτη και σεναριογράφο. Παραδέχτηκε, επίσης, πως, συχνά δανείζεται στοιχεία από άτομα στην προσωπική της ζωή και τα προσθέτει στους χαρακτήρες της. Ανέφερε πως οι καλύτεροι χαρακτήρες δεν είναι ένα copy-paste πραγματικών ανθρώπων, αλλά αντιθέτως δανείζονται στοιχεία από πολλά μέτωπα για να γίνουν πολυσχιδείς και ενδιαφέροντες.

Σε ερώτηση του κοινού σχετικά με το αν συμφωνεί με τον Θάνατο του Συγγραφέα του Ρολάν Μπαρτ, την θεωρία που υποστηρίζει ότι, αφού κάτι ολοκληρωθεί στην κειμενική του μορφή από τον συγγραφέα και κυκλοφορήσει, οι αναγνώσεις του ανήκουν αποκλειστικά στο αναγνωστικό κοινό και φεύγει από τον έλεγχό του, η κυρία Μπέη συμφώνησε. «Μου είναι φοβερά ευχάριστο γιατί όλες οι διαφορετικές αναγνώσεις με κάνουν να αισθάνομαι πως η γραφή μου είναι πολυδιάστατη. Η μόνη αποτυχία που αναγνωρίζω είναι η περίπτωση στην οποία κάτι φοβερά δομικό στο σενάριο δεν γίνεται κατανοητό. Η διαφορετική κατανόηση μιας πράξης ενός ήρωα είναι, φυσικά, καλοδεχούμενη».

Τέλος, προέτρεψε τους φοιτητές να χτυπάνε πόρτες και να στέλνουν άφοβα τη δουλειά τους σε εταιρείες παραγωγής: «Ίσως να μην σας επιλέξουν αμέσως, αλλά θα κρατήσουν τα στοιχεία σας και ίσως σας προτιμήσουν όταν ψάχνουν μια σεναριακή ομάδα στο μέλλον». Ολοκληρώνοντας, είπε πως για την ίδια «η επιμονή είναι πιο σημαντική από το ταλέντο».

 

Masterclass Παντελή Παντελόγλου

Ο Παντελής Παντελόγλου, Καλλιτεχνικός Διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ολυμπίας για Παιδιά και Νέους και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης Παιδικού Κινηματογράφου παρέδωσε την Παρασκευή 5 Ιουλίου masterclass στην Αγία Άννα, επιχειρώντας μια διαδρομή στον κινηματογράφο από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και σήμερα, με στόχο τον εντοπισμό των κεντρικών και αμετάβλητων σημείων αυτής της σχέσης, αλλά και των ριζικών αλλαγών που δεν σταματούν ποτέ, εστιάζοντας κυρίως στην ελληνική πραγματικότητα.

Πηγαίνοντας πίσω στις απαρχές του κινηματογράφου, είπε πως είναι μια τέχνη σχετικά καινούργια, περίπου 130 χρόνων και σημείωσε ότι δεν επικρατούσε ανέκαθεν η σημερινή αντίληψη για αυτήν. Ο κινηματογράφος απέκτησε πρόσφατα μια δική του γλώσσα, τόνισε. Αρχικά, ήταν ένα προϊόν, ένας διάλογος μεταξύ των δημιουργών που πειραματίζονταν τεχνικά και εμπορικά και του κοινού που πρωτοβίωνε την εμπειρία της θέασης στα νέα φορμάτ. Το σινεμά των αδελφών Lumiere περιλάμβανε είτε ρεαλιστικές απεικονίσεις, είτε οπτικά τρικ και οφθαλμαπάτες. Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή μαγεύονταν από αυτές τις πρακτικές, οι θεατές είχαν ατόφια την παιδικότητά τους, ήταν ανοιχτοί στην εμπειρία του κινηματογράφου. Ο κ. Παντελόγλου τόνισε ότι εμείς είμαστε υποψιασμένοι, λόγω εμπειρίας στα οπτικοακουστικά μέσα. Τα παιδιά όμως όχι.

Ο κ. Παντελόγλου ανέφερε πως αμέσως με το ξεκίνημα του σινεμά, πολλοί συνέδεσαν το νέο μέσο και ειδικά τις πιο «ρεαλιστικές» παραγωγές του με την εκπαίδευση και με τη μόρφωση ευρύτερα. Στην Ελλάδα, πρόσωπα όπως ο Κωστής Παλαμάς ή ο Γρηγόριος Ξενόπουλος έγραψαν για τον κινηματογράφο και την προοπτική της σύνδεσής του με τις ανάγκες της παιδικής ηλικίας (κυρίως την εκπαίδευση) ήδη στα 1915-16. Ανέφερε πως το πρώτο καταγεγραμμένο ελληνικό σχολείο που οργάνωσε προβολές για παιδιά το 1916 ήταν το ιδιωτικό «Πρότυπον Εκπαιδευτήριον Κωνσταντινίδου» στη λεωφόρο Αλεξάνδρας των Αθηνών, όπου εργαζόταν πλήθος προοδευτικών εκπαιδευτικών. Οι πρώτες αυτές οργανωμένες προσπάθειες για να δοθεί στα παιδιά αξιόλογο περιεχόμενο, ήρθαν σε τριβή με τις «τάσεις της αγοράς», το mainstream της εποχής, αλλά και την λογοκρισία.

Στο θέμα παιδί και σινεμά, ειδικότερη σημασία στα χρόνια του μεσοπολέμου είχε το γυναικείο κίνημα, το οποίο δεν είχε ακόμη δικαίωμα ψήφου, σημείωσε. Αυτό το σύμπλεγμα ενδιαφερόμενων, το γυναικείο κίνημα, οι δημοτικιστές, οι σοσιαλιστές και οι προοδευτικοί εν γένει, βρισκόταν σε επαφή με το εξωτερικό, μεταφέροντας εμπειρία από και προς τα έξω.

Πρόσθεσε πώς το σινεμά κέρδισε κατά κράτος, παρά τις συντηρητικότερες αντιδράσεις. Επί δικτατορίας Παγκάλου, το 1926, η Υπηρεσία Γενικής Ασφαλείας οργάνωνε παιδικές κινηματογραφικές παραστάσεις. Το μοντέλο επαναλαμβάνεται σε διάφορες στιγμές πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το οργανωμένο σχολείο επιχείρησε να βρει λύσεις πρόσβασης σε κινηματογραφικές μηχανές και ταινίες εκπαιδευτικού περιεχομένου. Την μεταπολεμική περίοδο στην Ελλάδα, υπήρξε μια εγχώρια βιομηχανία με αξιόλογη ελληνική παραγωγή. Το σινεμά ψυχαγωγούσε άπαντες, αλλά δεν βρήκε χώρο στο σχολείο (αν και αντλούσε θεματικές από την ελληνική σχολική ζωή).

Στο σημείο αυτό, αναφέρθηκε στην εκατέρωθεν καχυποψία του κρατικού μηχανισμού εκπαίδευσης από τη μία και των καλλιτεχνών του κινηματογράφου από την άλλη, η οποία κράτησε μέχρι και πολύ πρόσφατα, στη δεκαετία του ’90: «Η καχυποψία αυτή καταλήγει στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία της αποσύνδεσης εκπαίδευσης και σινεμά την εποχή της πρώτης μεταπολίτευσης. Οι μεν δεν ενδιαφέρονται για τους δε, με λίγες φωτεινές εξαιρέσεις ανθρώπων που προσπαθούν να σπάσουν τα αόρατα τείχη της εκπαίδευσης», σχολίασε. Ανέφερε, επίσης, πως η τηλεόραση και το βίντεο δεν μπήκαν ποτέ στο ελληνικό σχολείο και πως οι σημαντικές πρωτοβουλίες της δεκαετίας του ’90 (πρόγραμμα Μελίνα, Πάμε Σινεμά;) δεν ήταν εφικτό να φτάσουν σε όλους τους μαθητές, ελλείψει πόρων.

Ο κύριος Παντελόγλου αναφέρθηκε, έπειτα, στα σημερινά οπτικοακουστικά μέσα και τις καταιγιστικές τους εξελίξεις: «Σήμερα τα περισσότερα πράγματα καθορίζονται από τους πολύ μεγάλους παίκτες, τόσο στην παραγωγή (κυρίως τα μεγάλα αμερικανικά στούντιο), όσο και στη διανομή (οι ίδιοι και οι συνεργάτες τους απ’ τις Big Tech). Καθημερινές χρήσεις των οπτικοακουστικών ελέγχονται από αλγορίθμους και οι εμπορικοί πειραματισμοί έχουν πολύ άμεσες συνέπειες σε μεγάλα ακροατήρια. Τα οπτικοακουστικά έργα που παρακολουθούμε σε πολύ μεγάλο βαθμό τα φτιάχνουμε οι ίδιοι, τα διανέμουμε χωρίς να πληρωνόμαστε και μάλιστα πληρώνουμε οι ίδιοι για να τα δούμε», σχολίασε.

Τέλος, σε ερώτηση του ακροατηρίου σχετικά με το αν έχει πέσει το επίπεδο της παραγωγής παιδικών ταινιών σε σχέση με παλιά και αν η γλώσσα επικοινωνίας με τα παιδιά έχει απλοποιηθεί, ο κύριος Παντελόγλου απάντησε πως αυτό όντως ισχύει: «Τα ευρωπαϊκά στούντιο προσπαθούν να μιμηθούν τα αμερικανικά και καταλήγουν με ένα ανάλογο αποτέλεσμα, με πολύ μικρότερο μπάτζετ. Αντί να διαφοροποιηθούν, δυστυχώς ομογενοποιούνται», ολοκλήρωσε, καταδεικνύοντας την ανάγκη να πάρουμε το παιδί στα σοβαρά.