“Λίλιαν”: όταν η φυσιογνωμία του ανθρώπινου προσώπου αποκτά την ίδια απεραντοσύνη με τις εικόνες των πεδιάδων…

Του Δημήτρη Αλέτρα (αποστολή στη Θεσσαλονίκη)

H βίζα της Λίλιαν, μιας Ρωσίδας μετανάστριας που μένει στη Νέα Υόρκη, έχει μόλις εκπνεύσει. Η μόνη επιλογή που έχει είναι να επιστρέψει στην πατρίδα της, στην πρότερη ζωή της για την οποία δεν γνωρίζουμε το παραμικρό. Η Λίλιαν ξεκινά να περπατά δίχως σκοπό, περιφερόμενη σε ερημωμένες πόλεις και αχανείς αυτοκινητόδρομους. Μοιάζει με εξωγήινο που έχει ναυαγήσει στη Γη, αόρατη σε μια κοινωνία αδιάφορη και απρόσιτη. Μια ληθαργική ταινία δρόμου στην καρδιά της αμερικανικής ενδοχώρας, όπου οι άνθρωποι τρέφουν τη θλίψη τους και τρέφονται από αυτήν.

Η ταινία βασίζεται στην ιστορία της πραγματικής Λίλιαν Όλινγκ, που τη δεκαετία του 1920 προσπάθησε να φτάσει περπατώντας στη Σιβηρία από τη Νέα Υόρκη, διερχόμενη από την αμερικανική ενδοχώρα, τον Καναδά και την Αλάσκα. Δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες μαρτυρίες για το ποια ήταν η κατάληξη του ταξιδιού της. Ο Αντρέας Χόρβατ, ήδη γνωστός ως σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ, παραδίδει την πρώτη του ταινία μυθοπλασίας, η οποία ακροβατεί έντονα ανάμεσα στα δύο αυτά στοιχεία.

Η Λίλιαν δε μιλά σχεδόν καθόλου στη διάρκεια της ταινίας. Δε θα μάθουμε ποτέ ποια είναι τα κίνητρά της ή το παρελθόν της. Βαδίζει έχοντας προσηλωμένο το βλέμμα της στο ταξίδι της, το οποίο διασταυρώνεται με τη ζωή των ανθρώπων στα μέρη που επισκέπτεται. Η εμπειρία του Χόρβατ στη σκηνοθεσία ντοκιμαντέρ γίνεται εμφανής στην ταινία αυτή, καθώς αναδεικνύει με αυθεντικό τρόπο το πώς ζουν οι άνθρωποι στα διάφορα μέρη που οδηγεί ο δρόμος τη Λίλιαν. Αποφεύγει την κοινότυπη και στερεοτυπική παρουσίαση των διαφόρων περιοχών, διότι δίνει έμφαση περισσότερο στο ίδιο το ταξίδι της ηρωίδας και τη ζωή που προσπερνά, παρά στην επινόηση ενός ενδιαφέροντος χαρακτήρα.

Διαβάστε   Προβολή της ταινίας "Στη Σκιά του Φόβου" προς τιμήν του Γιώργου Καρυπίδη από το 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Λίλιαν είναι ένας κενός χαρακτήρας. Αντίθετα λειτουργεί σαν ένας λευκός καμβάς, τον οποίο ο κάθε θεατής θα έχει ήδη χρωματίσει έως το τέλος της ταινίας, συσχετίζοντας τον εαυτό του με το σύμπαν που παρουσιάζει ο σκηνοθέτης. Η μουσική δε χρησιμοποιείται σαν μέσο υποστήριξης των εικόνων, αλλά σαν ζωτικό και αναπόσπαστο τμήμα της κινηματογραφικής δημιουργίας. Είναι κατά κάποιο τρόπο η φωνή της ψυχής της, που -σε αντίθεση με τη φυσική φωνή της- είναι παρούσα σε όλο το ταξίδι της σταδιακής και αργής εξαφάνισής της.

Το κινηματογραφικό λεξιλόγιο επάνω στο οποίο χτίζεται η ταινία, περιλαμβάνει μακρινά πλάνα που αναδεικνύουν σε όλο το μεγαλείο τις περιοχές που συναντά η Λίλιαν στο δρόμο της, καθώς και το μέγεθος και τη δυσκολία του ταξιδιού της. Επιπλέον, χρησιμοποιούνται κοντινά πλάνα στα οποία το πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, Πατρίτσια Πλάνικ, κυριαρχεί στο κινηματογραφικό κάδρο, όχι όμως σύμφωνα με την επιταγή του εμπορικού κινηματογράφου (που τα χρησιμοποιεί ως σύνθημα του σκηνοθέτη για να δώσουμε προσοχή σε μια λεπτομέρεια). Αντίθετα, η φυσιογνωμία του ανθρώπινου προσώπου αποκτά την ίδια απεραντοσύνη με τις εικόνες των πεδιάδων, της θάλασσας ή του Γκραν Κάνυον. Ο Καρλ Ντράγιερ είχε δηλώσει σχεδόν 100 χρόνια πριν σχετικά με τις επιλογές του στο γύρισμα του Πάθους της Ζαν Ντ’ Αρκ (1928): «Ο άνθρωπος είναι το σημαντικότερο στοιχείο κάθε μορφής τέχνης, κι ειδικότερα το ανθρώπινο πρόσωπο έχει το κυρίαρχο ενδιαφέρον. Είναι η εκδήλωση του περιεχομένου της ίδιας της ψυχής, και στις παραμικρές του εκφράσεις, μπορεί κανείς να αντιληφθεί τις πιο μικρές διακυμάνσεις των συναισθημάτων του ανθρώπου, τις οποίες δεν μπορούν να εκφράσουν ούτε οι λέξεις, ούτε οι χειρονομίες». Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο ο θεατής, στο τέλος της ταινίας, έχει εξερευνήσει κάθε γωνία του εσωτερικού κόσμου της ηρωίδας δίχως να έχει ακούσει παρόλα αυτά ούτε λέξη από την ίδια.

Διαβάστε   "Σινεμά στο Χωριό" για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Ο Αντρέας Χόρβατ σε Q&A κατά τις προβολές της ταινίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σημείωσε πως σημαντική επιρροή του κατά τη σύλληψη της ιδέας της ταινίας, αποτέλεσε ο πίνακας του Bruegel, Landscape with the Fall of Icarus.

Η κύρια παρατήρηση του σκηνοθέτη, αφορούσε στο ότι παρότι στο συγκεκριμένο έργο το κεντρικό στοιχείο είναι ο πτώση του Ίκαρου, εκείνος παρουσιάζεται στο παρασκήνιο να βυθίζεται κοντά στο πλοίο, ενώ στο προσκήνιο η ζωή και η καθημερινότητα των ανθρώπων συνεχίζεται. Με όμοιο τρόπο στην ταινία, η ζωή και το ταξίδι της Λίλιαν διακόπτονται διαρκώς, ώστε ο θεατής να είναι σε θέση να παρατηρήσει τους ανθρώπους και τον τρόπο ζωής τους σε κάθε στάση που κάνει η ηρωίδα. Αξίζει να σημειωθεί, ότι με εξαίρεση δύο περιπτώσεις, όλοι οι περαστικοί είναι πραγματικοί άνθρωποι που ζουν στις αντίστοιχες περιοχές ενώ τα γεγονότα, τα φεστιβάλ και οι εορτασμοί που βλέπει η Λίλιαν δεν είναι στημένες σκηνές, αλλά αληθινές περιστάσεις και γυρίστηκαν κατά την ίδια την περίοδο του εκάστοτε συμβάντος.

Η ταινία κλείνει χωρίς σαφές συμπέρασμα για το τι συνέβη εν τέλει στην ηρωίδα. Αυτή η επιλογή δε γίνεται ώστε να γίνει «δυσνόητη» η ταινία, ούτε είναι αυτοσκοπός να παραμείνει ακριβής στην αρχική ιστορία της πραγματικής Λίλιαν. Αντίθετα με το χρονικό του ταξιδιού προς την εξαφάνιση, ο Χόρβατ συλλαμβάνει το ρυθμό της πραγματικής ζωής, αφήνοντας το ερωτηματικό για τη μοίρα της Λίλιαν στον κάθε θεατή ξεχωριστά.

 

Λίλιαν (Lillian)

Σκηνοθεσία: Andreas Horvath

Ηθοποιοί: Patrycja Planik

Διάρκεια: 128΄

Η ταινία ήταν υποψήφια για τον Χρυσό Αλέξανδρο στο 60ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Διαβάστε   Οι δραστηριότητες και οι διακρίσεις του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου στο 60ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης