«Δυστυχώς απουσιάζατε»: για την απουσία του συλλογικού και την εργατική τάξη στην “gig economy” του 21ου αι.

Γράφει η Δρ. Βασιλική Παπαγεωργίου, Εθνολόγος- Κοιν. Ανθρωπολόγος

Στο «Δυστυχώς απουσιάζατε» («Sorry We Missed You» ), την τελευταία  ταινία του  Ken Loach με την οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Καννών του 2019, η ιστορία απλή:  η καθημερινότητα μιας βρετανικής οικογένειας,  που προσπαθεί να αντεπεξέλθει σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, οι ατομικές ζωές που συνθλίβονται κάτω από την πίεση της προσαρμογής στο δομικό πλαίσιο που διαμορφώνει σήμερα η  επιθετική καπιταλιστική αγορά. Αλλά η αφήγηση είναι άκρως πολιτική, κάτι αναμενόμενο από τον  Ken Loach, που κλασικά υπογράφει με την τέχνη του μανιφέστα υπέρ της εργατικής τάξης. Ξεχωρίζει, έτσι, και σε αυτήν την ταινία το στοιχείο της πολιτικής ανησυχίας, αφού η φιλμική της αναπαράσταση εμπεριέχει την ανάδειξη της οργάνωσης των νέων μορφών εργασιακών σχέσεων αλλά και του ιδεολογικού πυρήνα που τις συγκροτεί.

 Ο Ricky Turner  (Kris Hitchen), ο χωρίς ιδιαίτερες επαγγελματικές γνώσεις και  δεξιότητες (όπως ορίζει η τρέχουσα γλώσσα της αγοράς εργασίας) πρωταγωνιστής, αλλά έχοντας περάσει από πολλές χαμηλού στάτους θέσεις,  επιχειρεί να κάνει ένα νέο επαγγελματικό βήμα, ακολουθώντας την οδό της ευέλικτης μορφής εργασίας τής λεγόμενης gig economy – του ελεύθερου συστήματος εργασιακών διευθετήσεων στο οποίο ο αυτοαπασχολούμενος φαίνεται ως κύριος του εαυτού του, που διαχειρίζεται έναν τομέα δραστηριότητας μόνος του και προς ίδιον – υποτίθεται – όφελος, στην πραγματικότητα όμως, καταλήγει “δούλος” της εταιρείας με την οποία “συνεργάζεται”.

Ο Ricky λοιπόν γίνεται διανομέας σε εταιρεία ταχυμεταφορών, οδηγώντας το δικό του ημιφορτηγό (που είναι αναγκασμένος από την εταιρεία ν’ αποκτήσει) και βιώνει την πραγματικότητα της gig οικονομίας:  που σημαίνει εργαζόμενος χωρίς κανένα εργασιακό δικαίωμα, διαθέτεις τον εαυτό σου με “ευέλικτο” και “ελαστικό” τρόπο, φορτώνεσαι ευθύνες και τιμωρίες, παρακολουθείσαι και ελέγχεσαι σε κάθε στιγμή της δουλειάς σου. Η Abbie Turner (Debbie Honeywood), η συμπονετική, ευσυνείδητη σύζυγος τού Ricky, εργάζεται επίσης με ελαστική σχέση  εργασίας, με το λεγόμενο “συμβόλαιο μηδενικών ωρών” (“zero hour contract”), ως νοσηλεύτρια σε κατ’ οίκον  επισκέψεις, παρέχοντας φροντίδα σε ηλικιωμένους κι άλλα ευπαθή άτομα.

Διαβάστε   Κινηματογράφος και Ψυχιατρική: Αφιέρωμα στην "Πρόκληση της Ευθανασίας"

Το αντρόγυνο δουλεύει με προτεραιότητά του την επιβίωση της οικογένειας, να διασφαλίσει πρωτίστως το μέλλον των δύο έφηβων παιδιών του, του δεκαπεντάχρονου  Seb (Rhys Stone)  και της εντεκάχρονης Liza Jane (Katie Proctor). Η καθημερινή ματαίωση του αγώνα τους είναι δραματική. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης στην gig οικονομία είναι εν τέλει το θέμα της ταινίας.

H πραγματικότητα ενός εργασιακού βίου  βίας και βαρβαρότητας (που εκφράζεται ιδιαίτερα στο πρόσωπο του Maloney (Ross Brewster), του αφεντικού στην εταιρεία που δουλεύει ο Ricky, έρχεται σε χτυπητή αντίθεση με το συναισθηματικό κόσμο της οικογένειας, που καταφέρνει να διατηρήσει την  τρυφερότητα και το δέσιμό της, παρά την κρίση που προκαλείται ακριβώς λόγω των εξωτερικών πιέσεων. Οι σκηνές έντασης δεν ακολουθούν τη βία του εξωτερικού κόσμου. Κάποτε  καταλήγουν σε ομαδικό κλάμα που σφραγίζει το δέσιμο και τη βαθιά κατανόηση – στην οποία συμμετέχουν με ωριμότητα και τα δύο παιδιά – της συμπόρευσης στο δράμα της καθημερινής μιζέριας. Η αίσθηση μιας τρυφερότητας, που τονίζεται σε επιμέρους σκηνές στην ταινία, αποδίδει το ελάχιστο ίχνος, μια κάποια ένδειξη της ανθρώπινης ιδιότητας, που επιχειρεί να υφαρπάξει η καπιταλιστική λαίλαπα, αποστερώντας τους πόρους – π.χ. ελεύθερο χρόνο, ασφάλεια, υλικά μέσα – μιας αξιοβίωτης ζωής.

Στο «Sorry We Missed You»  δεν υπάρχουν πυκνές μεταφορές, αλληγορίες και συμβολισμοί, γιατί η δυστοπία του εργασιακού μας μεσαίωνα εδώ απεικονίζεται με ρεαλιστικό και νατουραλιστικό τρόπο, που σε σημεία παραπέμπει σε ντοκιμαντέρ –συνεπικουρούν σε αυτό οι ερασιτέχνες ηθοποιοί που επιλέχτηκαν για το καστ. Για την εργατική τάξη το αδιέξοδο είναι αναπόφευκτο, όπως δείχνει ο Ken Loach με τον σεναριογράφο του Paul Laverty, προτείνοντας για το τέλος της ταινίας να υπογραμμίσουν το φαύλο κύκλο της έλλειψης επιλογών για τα κατώτερα στρώματα που ανακυκλώνει την διαιώνιση της ταξικής ανισότητας.

Διαβάστε   Προβολή του θρυλικού γουέστερν "Για μια χούφτα δολάρια" στο κινηματοθέατρο «Αχίλλειο», στον Βόλο

Ο Ken Loach μιλάει απλά για ένα πολύ δύσκολο και σύνθετο θέμα, παρέχοντάς μας μια γλώσσα (μαρξιστικών θεωρητικών καταβολών) για να κατανοήσουμε ό,τι συγκαλύπτεται τεχνηέντως με τους ευφημισμούς τής νέας ρητορικής τής απασχόλησης: ευελιξία, ευκαιρίες και καινοτομία, αυτοπραγμάτωση και όλες οι ιδεολογικές αυταπάτες για τις εταιρείες που είναι “κοντά στον εργαζόμενο”.  Μια από τις βασικές ιδέες της ταινίας συνοψίζεται στη φράση που ακούγεται καθώς ο πρωταγωνιστής συνομιλεί με το αφεντικό του : «δε δουλεύεις  για εμάς αλλά μαζί με μας»,  φενάκη για μια νέα μορφή εκμετάλλευσης.

 Αυτή είναι κατά τη γνώμη μου η καθοριστική συμβολή της ταινίας με την οποία ο Ken Loach δίνει την εντύπωση ότι αγωνιά  να προειδοποιήσει για την επερχόμενη καθολική κυριαρχία των νέων μοντέλων εργασίας που θα επιβάλει σταδιακά η εταιρικοποίηση της  κοινωνικής και οικονομικής ζωής. Πρόκειται για μια ζωή που διαμορφώνεται από το διαδίκτυο των πραγμάτων, τον ψηφιακό εντοπισμό, τις online υπηρεσίες, με άλλα λόγια η λεγόμενη εποχή της 4ης βιομηχανικής επανάστασης και της ρομποτοποίησης, που απαιτεί συγκεκριμένες προσαρμογές για τον άνθρωπο- εργάτη του 21ου αιώνα.

Η  κατάλυση κάθε είδους συλλογικής μέριμνας και η εξατομίκευση της εργασίας αποτελούν τη βάση επέκτασης για τις εταιρείες κολοσσούς, που χρησιμοποιούν συμφωνητικά που, όπως δείχνει η ταινία, προσδένουν τους εργαζόμενους με μηδενικά δικαιώματα και, το αντίθετο, πολλές υποχρεώσεις, αστερίσκους με ποινές και προειδοποιήσεις, απειλές άμεσες ή έμμεσες αντίστοιχα με τη γενικότερη πολιτική της εκάστοτε εταιρείας. Οι πολυεθνικές παρακάμπτουν τοπικές ρυθμίσεις και εργασιακά κεκτημένα, επιβάλλοντας το δικό τους νόμο ως την επικράτησή τους σε μονοπώλια. Άλλωστε, το «Δυστυχώς απουσιάζατε» –  ο παιγνιώδης τίτλος από το σημείωμα που αφήνουν οι διανομείς σε περίπτωση απουσίας του παραλήπτη– υπαινίσσεται τη γενικότερη “απουσία” όλων μας από το αγαθό της συλλογικότητας του κοινωνικού βίου, που είναι συνέπεια όσο και προϋπόθεση για το τετελεσμένο μιας απάνθρωπης εξατομίκευσης.

Διαβάστε   "Ένας ακέραιος άνθρωπος": συνέντευξη με τον σκηνοθέτη Μοχάμαντ Ρασούλοφ

 

Δυστυχώς απουσιάζατε (Sorry We Missed You, 2019)

Σκηνοθεσία: Κεν Λόουτς

Ηθοποιοί: Κρις Χίτσεν, Ντέμπι Χόνιγουντ, Ρις Στόουν

Διάρκεια: 101΄