«Γυναίκες με τα Όλα τους»: εκλαϊκεύοντας το φεμινιστικό κίνημα…

Του Γιάννη Τοτονίδη

Κάποιες φορές ατενίζοντας το Παρελθόν είναι δύσκολο να αντιληφθείς την κακομεταχείριση, τα περιστατικά βίας που υποβόσκουν, τις θυσίες και τους αγώνες των ανθρώπων, ώστε να κατακτηθούν αυτά που θεωρούνται δεδομένα στο Παρόν. Μάλιστα, έκπληξη προκαλεί όταν συνειδητοποιήσεις ότι όλα αυτά συνέβαιναν όχι στο βάθος του χρόνου, αλλά πριν από μερικές δεκάδες χρόνια ούτε σε κάποια υπανάπτυκτη χώρα, αλλά στην ευμαρή Ελβετία. Σε τέτοια δεδομένα  βασίζεται  η άκρως φεμινιστική ταινία που αφηγείται ένα πραγματικό γεγονός του αιώνα που μόλις πέρασε. Απέσπασε το Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Τραϊμπέκα και υπήρξε η επίσημη υποβολή της Ελβετίας για το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Έμπνευση του

φεμινιστικού κινήματος

θεωρείται -κατά πολλούς-

το «Δεύτερο Φύλο»

της Σιμόν ντε Μποβουάρ (1949)

Το πολύ κοντινό 1971 η υφήλιος αναταράσσεται από τις κοινωνικές αναταραχές με εκρηκτικές διαστάσεις που προκάλεσε το επαναστατικό κίνημα του Μάη του 1968. Η ελβετική ύπαιθρος, όμως, είναι ανεπηρέαστη από όλα αυτά. Ζει την καθημερινότητά της με γαλήνη, δίχως αποσκιρτήσεις από το πατριαρχικό μοντέλο που έχει εδραιωθεί προ εκατοντάδων ετών. Επιπρόσθετα, μετά τις παγκόσμιες αντιδράσεις, ορίζεται και σε αυτήν τη χώρα ψηφοφορία (στις 7 Φεβρουαρίου 1971) για το εάν θα πρέπει να επιτραπεί το δικαίωμα της ψήφου στις γυναίκες ή όχι. Όλες οι γυναίκες ενός μικρού χωριού είναι αντίθετες σε αυτό. Ή τουλάχιστον αυτό εξαναγκάζονται να υποστηρίξουν κάτω από τις απειλές των συζύγων τους.

Το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν για άλλη μία φορά αρνητικό γι’ αυτές (είχε προηγηθεί άλλο ένα πριν μερικά χρόνια, σχεδόν καθολικά αρνητικό) εάν δεν υπήρχε η συγκυρία της επιθυμίας για εργασία από τη Νόρα, μιας νεαρής νοικοκυράς και μητέρας δύο αγοριών. Ο σύζυγός της ακριβώς εκείνη τη χρονική στιγμή επιβραβεύεται από την εργασία του, προάγεται και του γίνεται αύξηση στο μηνιαίο μισθό του. Στο άκουσμα της επιθυμίας της είναι απόλυτος: της απαγορεύει -βάσει του δικαιώματος που του παρέχει ο Νόμος- να πιάσει εργασία μερικής απασχόλησης στο ταξιδιωτικό γραφείο της αγγελίας που βρήκε. Η αγανάκτησή της υπερισχύει της ταπεινότητας και της υπακοής και χωρίς να το καταλάβει μετατρέπεται στη φωνή της νέας γενιάς. Η ήσυχη και αρεστή νοικοκυρά Νόρα ξεκινά ανοιχτά τον αγώνα της συσπειρώνοντας σταδιακά και άλλες δυσαρεστημένες γυναίκες. Χωρίς να το καταλάβει, μετατρέπεται σε εμβληματική φιγούρα του φεμινιστικού κινήματος του χωριού της.

Διαβάστε   The Last Jedi: όλα γνώριμα και ξαναϊδωμένα, αλλά και όλα τους καινούργια...

Όπως ήταν αναμενόμενο, η εμπλοκή της στο ακτιβιστικό κίνημα τη φέρνει αντιμέτωπη με το συντηρητικό κοινωνικό περίγυρο. Κυρίως με τον άντρα της, αλλά και με τους υπόλοιπους του χωριού, η αντίδραση των οποίων είναι άμεση και προσβλητική. Με τη μέθοδο της ταπείνωσης και των απειλών επιχειρούν να ανακόψουν τον ενθουσιασμό και την επανάσταση των γυναικών. Η Νόρα καλείται να επιλέξει ανάμεσα στο δίκιο του αγώνα και στην οικογενειακή της ασφάλεια, αφού επαπειλείται ο γάμος της. Εκείνη, όμως, αρνείται να οπισθοχωρήσει και πείθει τις γυναίκες του χωριού να προχωρήσουν σε… απεργία. Παράλληλα, ανακαλύπτουν πολύ σημαντικά ζητήματα που αφορούν τόσο την κοινωνική, όσο και την σεξουαλική τους απελευθέρωση.

Με την ηχώ της Ιστορίας να διανύει μία απόσταση ούτε μισού αιώνα, τα καλοπροαίρετα μηνύματα του φεμινιστικού αυτού φιλμ κυλούν ευχάριστα, στρογγυλοποιώντας τη βαρύτητα του ύφους που αφηγείται: το σενάριο προβάλλεται αφενός ανώδυνο, αφετέρου έντονα μαχητικό και κάποιες στιγμές αρκετά σχηματικό και στερεοτυπικό. Έτσι, το μελόδραμα εναλλάσσεται με το χιούμορ και η δράση με την αντίδραση. Στόχος της Βόλπε δεν είναι η εμβάθυνση του φεμινιστικού κινήματος, αλλά περισσότερο μια εκλαϊκευμένη όψη με απλές, σαφείς και ορθές τοποθετήσεις. Ταυτόχρονα,  η σκηνοθέτης εστιάζει στην εσωτερική μεταβολή που υφίστανται οι ηρωίδες την περίοδο των έντονων δραστικών αλλαγών των ηθών.

Σε αντίθεση με το συγγενές «Οι Σουφραζέτες» της Σάρας Γκαβρόν (2015), η σκηνοθέτης στήνει την ιστορία της στο χρωματιστό, καθαρό και εύπορο σκηνικό των Ελβετικών Άλπεων, με τη βοήθεια της αρτίστικης Φωτογραφίας. Είναι λιγότερο αιχμηρή, αλλά σταθερά διεισδυτική στη γυναικεία χειραφέτηση. Οι φεμινίστριές της ανήκουν στο δεύτερο κύμα (χρονολογείται μετά το 1960, ενώ πρώτο κύμα αποκαλούνται τα αρχικά φεμινιστικά κινήματα από το 1936 περίπου) και αγωνίζονται να εδραιώσουν το δικαίωμα της ψήφου και κατ’ επέκταση την ισότητα ανάμεσα στα δύο φύλα. Όπως στην κωμωδία «Λυσιστράτη» ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί ως “όπλο” τη σεξουαλική απεργία των γυναικών Αθήνας και Σπάρτης, οι οποίες προσπαθούν να πείσουν τους άντρες τους να σταματήσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, έτσι και η Ελβετίδα “προσφέρει” στις γυναίκες της αντίστοιχα το ίδιο όπλο, για να πλήξουν το φρόνημα των αντρών τους. Ανεπιτυχώς, όμως. Για το λόγο αυτό, προσθέτει μια μικρή δόση τραγωδίας, ώστε μέσω της αντίστιξης να επέλθει το επιθυμητό -για τις γυναίκες- αποτέλεσμα.

Διαβάστε   Το σκοτάδι της Αργεντινής...

Μια διαχρονικά γυναικεία υπόθεση που δεν πρέπει να αφορά μόνο τις γυναίκες, αλλά και τους άντρες. Παρόλα τα επιτεύγματα ωστόσο, πρόκειται για έναν ημιτελή αγώνα, αφού στις μέρες μας η χειραφέτηση των γυναικών στις αφρικανικές και αραβικές χώρες ακόμη δεν έχει επιτευχθεί.

 

 

Γυναίκες με τα Όλα τους (The Divine Order)

Σκηνοθεσία: Πέτρα Μπλοντίνα Βόλπε

Ηθοποιοί: Μαρί Λεουενμπέργκερ, Μαξιμίλιαν Σιμόνιτσεκ, Ρέιτσελ Μπράουνσβάιγκ

Διάρκεια: 96΄

Η ταινία προβάλλεται στους ελληνικούς κινηματογράφους από την Πέμπτη 18/4/2019

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Οι γονείς του για να μην ανατιναχθεί το σπίτι τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Σπούδασε Σκηνοθεσία και αποτελεί μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ) και μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.). Αρθρογραφεί σε διάφορα περιοδικά από το 1991. Σήμερα είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.), μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές “εκρήξεις».