“Αυτοί Που Εύχονται τον Θάνατό Μου”: Μία ιστορία καταδίωξης, ενηλικίωσης, επιβίωσης και εξιλέωσης

Η Χάνα (Αντζελίνα Τζολί), μία αλεξιπτωτίστρια δασοπυροσβέστρια, προσπαθεί να ξεπεράσει τις τρεις ζωές που δεν κατάφερε να σώσει από τη φωτιά και βρίσκει παρηγοριά στον πόνο που η ίδια προκαλεί στον εαυτό της.  Όταν, όμως, εμφανίζεται ξαφνικά ο Κόνορ (Φιν Λιτλ), ένας νευρικός έφηβος μέσα στα αίματα, πρέπει να διασχίσει μαζί του χιλιόμετρα στο πυκνό δάσος. Αντιμέτωποι με φονικές καταιγίδες, που τρομάζουν ακόμα και την εκπαιδευμένη Χάνα, δεν έχουν ιδέα τι άλλο τους περιμένει: δύο αδίστακτοι εκτελεστές στα ίχνη του Κόνορ και μία ανελέητη πυρκαγιά που θα τους βρει κατά μέτωπο. Καθώς βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στα δύο δεινά, πώς θα μπορέσει η Χάνα να σώσει τον Κόνορ και τον ίδιο της τον εαυτό;

Η Αντζελίνα Τζολί πρωταγωνιστεί στην περιπέτεια που σκηνοθετεί ο υποψήφιος για Όσκαρ Τέιλορ Σέρινταν (Hell or High Water, Wind River). Μία ιστορία καταδίωξης, ενηλικίωσης, επιβίωσης και εξιλέωσης, μία ταινία δράσης γεμάτη αγωνία και ανατροπές με φόντο μία πυρκαγιά που καταστρέφει τα πάντα στο πέρασμα της.

Επιβίωση, ενηλικίωση, εξιλέωση

Ο τίτλος της ταινίας αναφέρεται στη σύγκρουση της ανθρώπινης φύσης με την ίδια τη φύση, που παίρνει τη μορφή μιας μαινόμενης πυρκαγιάς. «Είναι μια ιστορία επιβίωσης, ενηλικίωσης και εξιλέωσης μαζί», λέει ο σκηνοθέτης Τέιλορ Σέρινταν. Η πρωταγωνίστρια Αντζελίνα Τζολί δηλώνει ότι αυτός ο συνδυασμός την προσέλκυσε στον ρόλο της Χάνα. «Είναι μία ταινία αγωνίας με συναρπαστικούς χαρακτήρες σε μία επικίνδυνη περιπέτεια, σε ένα αφιλόξενο τοπίο εν μέσω μιας ανεξέλεγκτης πυρκαγιάς».

Ο Σέρινταν, που συνυπόγραψε το σενάριο της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου του Μάικλ Κορίτα, μαζί με τον Τσαρλς Λίβιτ, δηλώνει: «Ένα από τα πράγματα που με ενθουσίασαν ήταν ότι ο κόσμος της Χάνα είναι συναρπαστικός». Η Τζολί λέει για τη ματιά του σκηνοθέτη: «Λίγοι σκηνοθέτες μπορούν να πουν μία ωραία ιστορία με μηνύματα, με το χιούμορ και τη δράση που χαρακτηρίζουν το έργο του Τέιλορ. Γράφει το σενάριο και σκηνοθετεί και έτσι οι χαρακτήρες είναι σπουδαίοι. Έχει μια μοναδική υπογραφή».

«Υπάρχουν πολλές ιστορίες για να διηγηθεί κάποιος. Θέλεις να μείνεις πιστός στο πνεύμα ενός βιβλίου, αλλά τα βιβλία είναι για να τα διαβάζουμε και να τα φανταζόμαστε, ενώ οι ταινίες είναι για να τις γυρίζουμε», λέει ο Σέρινταν για τη διαδικασία κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου. Γνωστός για την άμεση και αυθεντική του προσέγγιση, ο Σέρινταν σχολιάζει: «Έχει να κάνει με το τι θέλει να δει το κοινό. Ξεκίνησα να γράφω συγκεκριμένες σκηνές με τις εικόνες και τους ήχους που θα χρησιμοποιούσα, με τον ρυθμό που ήθελα».

Ο συγγραφέας Μάικλ Κορίτα λέει: «Όταν έμαθα ότι θα σκηνοθετήσει ο Τέιλορ Σέρινταν, εκστασιάστηκα γιατί είχα δει το Hell or High Water και το Sicario. Μοιραζόμαστε την ίδια ευαισθησία για την ιστορία και καταλαβαίνει τον κόσμο της. Έχει ζήσει στα βουνά, στα μέρη που διαδραματίζεται η ιστορία. Είναι σπάνιο να βρίσκεις έναν σκηνοθέτη που ξέρει τον κόσμο του βιβλίου σου. Είναι από τους καλύτερους και ταίριαξε τέλεια με το υλικό του βιβλίου».

«Έστειλα το σενάριο στην Άντζι και τη ρώτησα αν θέλει να το κάνει. Ο ρόλος τής Χάνα θέλει ταλέντο και προσωπικότητα, έχει συναισθηματικό βάθος και απαιτεί σωματική ρώμη και η Άντζι τα καλύπτει όλα αυτά», λέει ο σκηνοθέτης. «Μου αρέσουν οι δυνατοί γυναικείοι χαρακτήρες. Η Χάνα είναι κάτι παραπάνω από μία δυνατή γυναίκα. Μου αρέσουν οι ρόλοι σαν αυτόν, μου άρεσε που συνδέεται με ανθρώπους που υπηρετούν την Αμερική», λέει η πρωταγωνίστρια.

Διαβάστε   Hellboy: Ξαναγύρισα από την Κόλαση

Η ταινία αρχικά στήνει δύο διαφορετικές ιστορίες, την ιστορία τ’ης Χάνα που είναι κορυφαία δασοπυροσβέστρια, και μάλιστα αλεξιπτωτίστρια, καθώς προσπαθεί να ξεπεράσει ένα τραύμα από το παρελθόν της και την ιστορία του νεαρού Κόνορ, του οποίου η ζωή αλλάζει άρδην, όταν ο πατέρας του ανακαλύπτει ότι βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο και τον αρπάζει για να το σκάσουν μαζί.

Ήρωες

Η Χάνα ζει στην άγρια φύση της Μοντάνα, επιδιώκοντας την απομόνωση, μέχρι που εντοπίζει ένα νέο παιδί. Είναι προφανώς τρομαγμένο, τρέχει, αλλά εκείνη το προλαβαίνει. Χρειάζεται τη βοήθεια της, το ένστικτο της διασώστριας της λέει ότι πρέπει να τον σώσει. Η άφιξη του στην απομονωμένη ζωή της μοιάζει τελικά να είναι αυτό που χρειάζεται η Χάνα.

«Η Χάνα έχει περάσει μια μεγάλη τραγωδία και νιώθει ενοχές. Στην αρχή της ταινίας, βλέπει εφιάλτες και πάσχει από μετατραυματικό στρες. Συμπεριφέρεται σαν να μη συμβαίνει κάτι, αλλά μέσα της νιώθει διαλυμένη και γεμάτη ενοχές», λέει η Τζολί.

«Αυτοί οι πυροσβέστες αλεξιπτωτιστές κάνουν αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος τους: πηδάνε από αεροπλάνα και προσγειώνονται σε αδιάβατες περιοχές που καίγονται για να ελέγξουν και να περιορίσουν τη φωτιά. Είναι μία άκρως επικίνδυνη δουλειά και χρειάζεται πολύ θάρρος. Αν το λιγότερο επικίνδυνο είναι να πηδήξεις από ένα αεροπλάνο, τότε η δουλειά απαιτεί έναν συγκεκριμένο τύπο ανθρώπου που θα φτάσει στα όρια και η Χάνα ταιριάζει σε αυτή την κατηγορία, είναι πρόθυμη να ρισκάρει τη ζωή της», λέει ο Σέρινταν.

Όπως συμβαίνει με όλες τις ειδικές δυνάμεις, έτσι και το σώμα των αλεξιπτωτιστών δασοπυροσβεστών είναι μία ελίτ από ειδικά εκπαιδευμένους πυροσβέστες. Εισέρχονται στον τόπο της πυρκαγιάς με αλεξίπτωτα, επιτίθενται στη φωτιά και καθοδηγούν τις δράσεις ενάντια στη φυσική αυτή καταστροφή.

«Μόνο κάποιος που ξέρει από αυταπάρνηση μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά. Ακούμε για τους πυροσβέστες στις πόλεις που τρέχουν να σβήσουν φλεγόμενα κτίρια με αποστολή να σώσουν ζωές. Η Χάνα έχει βρει την αποστολή της, μπορεί μέσα από τους δαίμονες της, γιατί η δουλειά αυτή είναι θέμα ζωής και θανάτου», λέει ο σκηνοθέτης.

Η Τζολί μοιράζεται το παρασκήνιο του χαρακτήρα: «Η Χάνα είναι εθισμένη στην αδρεναλίνη. Όλοι όσοι κάνουν τέτοιες δουλειές το παθαίνουν αυτό, αλλιώς δεν θα πηδούσαν από ένα αεροπλάνο μέσα στη φωτιά. Με τραβάνε οι χαρακτήρες που έχουν περάσει κάτι τραυματικό και τελικά το ξεπερνούν. Καλλιτεχνικά, είναι θεραπευτικό να υποδύομαι τέτοιους ανθρώπους, γιατί αν μπορέσεις να τον υποδυθείς, μετά μπορείς να το κάνεις και στη ζωή. Νιώθεις καλά και ελπίζεις το κοινό να νιώσει το ίδιο και να θυμάται ότι μπορούμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας».

Η δουλειά τής Χάνα απαιτεί σωματική δύναμη και ο Σέρινταν ήξερε ότι η Τζολί, ως πρωταγωνίστρια, θα στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων και με το παραπάνω. «Η Άντζι είναι κορυφαία, τα έκανε όλα, έκανε πολλές από τις επικίνδυνες σκηνές. Ήταν ζητούμενο γιατί κάνω το γύρισμα έτσι ώστε το κοινό να βρεθεί μέσα στη δράση. Αν δεν είναι και ο ηθοποιός εκεί, το κοινό το καταλαβαίνει, οπότε η ταινία απαιτούσε μεγάλη σωματική εμπλοκή του ηθοποιού».

«Χάρηκα που κουράστηκα, λερώθηκα και ίδρωσα και έκανα πράγματα που δεν ήξερα ότι μπορώ να κάνω. Ο Τέιλορ μου έμαθε να κόβω ξύλα και να ανάβω φωτιά. Τώρα απομένει να μου μάθει να κάνω ιππασία», λέει γελώντας η Τζολί.

Διαβάστε   Μια σισιλιάνικη ιστορία μαφιόζων και φαντασμάτων

Η Χάνα πρέπει να κερδίσει γρήγορα την εμπιστοσύνη του Κόνορ. Ο Σέρινταν περιγράφει τι συμβαίνει όταν συναντιούνται για πρώτη φορά: «Η Χάνα βρίσκεται σε μία κατάσταση που μπορεί να εξιλεωθεί δίπλα σε κάποιον που χρειάζεται να σωθεί σε αντίξοες συνθήκες».

Στην αρχή, ο Κόνορ δεν τη διευκολύνει. «Το ταξίδι του Κόνορ είναι πολύ σκληρό για ένα τόσο νέο παιδί, αλλά δεν έχει επιλογή», λέει ο σκηνοθέτης.

Ο Φιν Λιτλ υποδύεται τον νεαρό αγόρι, το οποίο καταδιώκουν επικίνδυνοι εγκληματίες. «Ο Κόνορ έχει χάσει τη μαμά του, οπότε ο μπαμπάς του είναι τα πάντα για αυτόν και μια μέρα ο μπαμπάς του τον παίρνει και φεύγουν. Μετά ο μπαμπάς του τραυματίζεται και ο Κόνορ φοβάται, είναι ολομόναχος και δεν έχει κανέναν», λέει ο Λιτλ.

Ακολουθώντας τις οδηγίες του μπαμπά του, ο Κόνορ αναζητά βοήθεια και πέφτει πάνω στη Χάνα. «Στην αρχή, δεν την εμπιστεύεται, αλλά αλλάζει γνώμη όταν την γνωρίζει καλύτερα. Ξεκινάει να καταλαβαίνει τον χαρακτήρα της και τι έχει περάσει», λέει ο Λιτλ.

«ο Φιν υποδύεται τον Κόλιν, το παιδί στο επίκεντρο της ταινίας μας, που είναι ολομόναχο και καταλήγει με τη Χάνα. Οι δυο τους είναι παράξενο ζευγάρι. Αλλά αυτοί οι δύο πληγωμένοι άνθρωποι μαζί δίνουν ένταση στην ταινία. Είναι ένας δύσκολος ρόλος και ο Φιν ήταν ο σωστός ηθοποιός», λέει η Τζολί.

«Αν κάνω σωστά τη δουλειά μου στη διανομή, τότε δεν κουράζομαι πολύ στη σκηνοθεσία, οπότε ήταν στόχος να βρω το τέλειο μείγμα ηθοποιών. Ψάξαμε παντού και βρήκαμε τον Φιν στην Αυστραλία. Μου έστειλε μία κασέτα. Τον φέραμε στο Λος Άντζελες και ξεπέρασε πολλούς ταλαντούχους και καταξιωμένους νεαρούς ηθοποιούς του χώρου, οπότε κέρδισε τον ρόλο με το σπαθί του».

Ο Λιτλ λέει: «Ο Τέιλορ με βοήθησε πολύ. Ήξερε τι ήθελε. Με βοήθησε να δω την ιστορία μέσα από τα μάτια του. Μου άρεσε που έπαιζα με την Αντζελίνα. Είναι μαμά, καταλαβαίνει τα παιδιά, είναι αστεία και ενδιαφέρουσα. Είναι πολύ συμπαθητική».

«Το ένστικτο μου με τα παιδιά είναι να τα ακούω», λέει η Τζολί. «Αλλά η Χάνα δεν έχει παιδιά και δεν έχει μητρικό ένστικτο. Βρίζει πολύ, λέει τα λάθος πράγματα, είναι ίσως το χειρότερο άτομο για ένα παιδί, που μάλιστα χρειάζεται σωτηρία… Δεν πιστεύει ότι μπορεί να το κάνει, οπότε σε όλη την ταινία, αναγκάζεται να μείνει ζωντανή για το παιδί. Ο Κόνορ και η Χάνα πρέπει να περάσουν μέσα από τη φωτιά, συναισθηματικά και κυριολεκτικά. Αλλά ο Τέιλορ μου έδωσε την οδηγία να μην είμαι μητρική αλλά σκληρή» λέει γελώντας. «Και ο Φιν κι εγώ βρήκαμε χιουμοριστικό το γεγονός ότι οι χαρακτήρες μας είναι αταίριαστοι και γίναμε καλοί φίλοι. Κάναμε πλάκα ότι οι ρόλοι μοιάζουν με υπερήρωες. Ο Φιν μπορεί να έχει πρόσβαση στο συναίσθημα του. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι θα κάνει καριέρα, είναι τόσο επαγγελματίας. Σαν ηθοποιός δοκίμασε τα πάντα και ήταν καλός στις σκηνές δράσης. Το κοινό θα ανταποκριθεί στην ταινία και θα τον συμπαθήσει».

Οι αντίπαλοι

Μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι ο κακός της ταινίας είναι η φωτιά. «Η φωτιά δεν έχει γνώμη, Η φωτιά δεν έχει σκοπό, παρά μόνο να κάψει. Είναι δύσκολο να αποδόσεις ευθύνες στη φωτιά, γιατί ο κακός θέλει να πληγώσει, ενώ η φωτιά όχι», λέει ο σκηνοθέτης.

Άλλωστε, το αποτέλεσμα της φωτιάς είναι η αναγέννηση, μία μεταφορά που ταιριάζει στην ιστορία. «Η φωτιά είναι ο μεγάλος καταλύτης για την αποκορύφωση της ταινίας και την επίλυση. Φυσικά την ξεκινάνε κάποιοι που έχουν κακό σκοπό, αλλά στην πορεία η φωτιά κάνει τα δικά της», λέει ο σκηνοθέτης.

Διαβάστε   Ο Διαφορετικός Κύριος... Κόπερφιλντ!

Οι πραγματικοί κακοί της ιστορίας είναι ο Πάτρικ και ο Τζακ, εκτελεστές που δεν θα σταματήσουν αν δεν πετύχουν τον σκοπό τους. Ο Νίκολας Χουλτ υποδύεται τον Πάτρικ, τον νεότερο από τους δύο. «Ο Πάτρικ έρχεται από στρατιωτικό περιβάλλον», λέει ο Χουλτ. «Τον έχουν προσλάβει να κάνει τη δουλειά και μαζί με τον Τζακ πρέπει να προσέχουν πολύ. Όταν αναλαμβάνουν κάτι, δεν σταματούν αν δεν ολοκληρώσουν την αποστολή».

Ο Έινταν Γκίλεν υποδύεται τον σκληρό και άκαρδο Τζακ. «Είναι σαν θρίλερ καταδίωξης. Ο Τέιλορ σαν σκηνοθέτης υπηρετεί την ιστορία και χαίρομαι να έχω έναν ρόλο σε μία ταινία με ένταση. Ξεκινάμε στον δρόμο, τους καταδιώκουμε με τα αυτοκίνητα, αλλά τελικά καταλήγουμε σε ένα όμορφο και σκληρό τοπίο που αναδεικνύει τα κίνητρα, τους φόβους και τα ένστικτα των χαρακτήρων», λέει ο ηθοποιός.

«Οι χαρακτήρες μας, ειδικά ο Τζακ, έχει πάθει ανοσία στους φόνους», συνεχίζει ο ηθοποιός. «Τον έχουν εκπαιδεύσει να είναι έτσι. Πρέπει να είναι κακός για να κάνει αυτή τη δουλειά. Πληρώνεται για να κάνει κακές πράξεις, αποτελεσματικά, οικονομικά και καθαρά. Αλλά δεν θα γίνει ακριβώς έτσι…».

«Κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβιώσουν. Στην πορεία καταλαβαίνουν ότι πρέπει να αλλάξουν το αρχικό τους πλάνο, οπότε καταλήγουν σε ένα μονοπάτι όπου δεν υπάρχει απόδραση ή καλό τέλος», λέει ο Χουλτ. «Αυτοί οι δύο είναι εκπληκτικά εκπαιδευμένοι και ξαφνικά βρίσκονται σε ξένο περιβάλλον. Έχουν πολλά εμπόδια να ξεπεράσουν. Στην ιστορία, όλοι οι χαρακτήρες βαδίζουν σε ένα δικό τους ναρκοπέδιο και χρειάζεται εξυπνάδα, θάρρος και αποφασιστικότητα για να τα καταφέρουν», επισημαίνει ο Σέρινταν.

«Ο Πάτρικ και ο Τζακ έχουν ενδιαφέρον γιατί δεν έχουν καθόλου ενσυναίσθηση. Μου αρέσει πολύ η δουλειά του Τέιλορ και ήθελα να συνεργαστώ μαζί του. Είναι σπάνιο σε μία ταινία να έχεις αυτό το γνήσιο στοιχείο της αγωνίας με αυτούς τους υπέροχους χαρακτήρες που προσπαθούν να επιβιώσουν», λέει ο Χουλτ.

«Ο Έιντεν και ο Νικ είναι πολύ ταλαντούχοι και φτασμένοι ηθοποιοί», λέει ο Σέρινταν. «Πρέπει να νιώθω τις οπτικές των χαρακτήρων όταν διηγούμαι μια ιστορία. Δεν χρειάζεται να συμφωνώ μαζί τους, αλλά θέλω να νιώθω ότι έχουν τη δική τους οπτική. Δεν θέλω να βλέπω έναν ψυχοπαθή που κινείται τυχαία και προκαλεί κακό. Θέλω να ξέρω τα κίνητρα του. Νομίζω ότι αυτό το κάνει αληθινό και δίνει μία αίσθηση στο κοινό ότι ο κόσμος της ταινίας είναι αυθεντικός», λέει ο σκηνοθέτης.

«Έχουμε πολλά θέματα στην ιστορία και όλα εκπροσωπούνται από διαφορετικά άτομα στην ταινία. Έχουμε μια ιστορία επιβίωσης, ένα κυνηγητό, μια φωτιά και τον απόλυτο τρόμο του κινδύνου. Σε κάποια στιγμή, ο φόβος πρέπει να ξεπεραστεί, αλλά κανείς δεν γλιτώνει από αυτόν κι αυτό δημιουργεί μία συναρπαστική και δυνατή κινηματογραφική εμπειρία», καταλήγει ο σκηνοθέτης.

 

Αυτοί Που Εύχονται τον Θάνατό Μου (Those Who Wish Me Dead, 2021)

Σκηνοθεσία: Taylor Sheridan

Ηθοποιοί: Angelina Jolie, Finn Little, Jon Bernthal, Aidan Gillen, Nicholas Hoult

Διάρκεια: 100′

Η ταινία θα κάνει πρεμιέρα στους κινηματογράφους της χώρας μας στις 10 Ιουνίου 2021