Παραμύθι και Κινηματογράφος: συγκοινωνούντα δοχεία Τέχνης

Του Γιάννη Τοτονίδη*

(με αφορμή το Φαντασιακό παραμύθι του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο «The Shape Of Water»)

 

“Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη,

δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν’ αρχινίσει”.

 

Το παραμύθι είναι μια σύντομη ή λαϊκή ιστορία που ενσωματώνει το έθος. Συγγενές του μύθου, αλλά διαφοροποιημένο εννοιολογικά, είναι εξαρχής μια επινόηση, μια μυθιστοριογραφία, μια φαντασιακή αφήγηση, η οποία ορισμένες φορές χρησιμοποιεί μεταφορικά κάποιο ζώο ως κεντρικό χαρακτήρα του ή εισάγει στερεότυπους χαρακτήρες. Το παραμύθι κάνει χρήση συμβόλων, τα οποία με ποιητικό, λυρικό, αλλά και αλληγορικό τρόπο εκφράζονται και αποδίδουν νόημα στις μεταφορές του.

Ειδικά το προφορικό παραμύθι, το λαϊκό όπως το ονομάζουμε, είναι ένα πανανθρώπινο λογοτεχνικό είδος που μέσα από αυτή την ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιεί (της τυποποίησης, των συμβόλων, αλλά και της αφηγηματικής του τέχνης) έχει αποκτήσει οικουμενικότητα· μια οικουμενικότητα μέσα από την οποία λαοί εντελώς διαφορετικοί μπορούν να επικοινωνούν, να συνεννοούνται ή και να συμφωνούν. Aυτή η γλώσσα των παραμυθιών κατάφερε να πετύχει το ακατόρθωτο: να είναι μια γλώσσα ενοποιητική, οικουμενική, παγκόσμια, ταυτόχρονα όμως να αφήνει άφθονο χώρο για το διαφορετικό, το ιδιαίτερο, για να αναπτυχθούν, με άλλα λόγια, οι τοπικές, πολιτισμικές ιδιαιτερότητες.

Ως κείμενο ανήκει στον έντεχνο προφορικό πεζό λόγο και είναι κορυφαίος σταθμός στην ιστορία της εξέλιξης της δημώδους λογοτεχνίας, διότι αφομοιώνει παραδόσεις, μύθους και τεχνικές συνεννόησης της κοινότητας, ενώ συγχρόνως πρωτοτυπεί, εκπλήσσει και ψυχαγωγεί με την απρόσμενη εξέλιξη της ιστορίας και τον τρόπο αφήγησης.

Παραμύθια λέγονται από την εποχή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Οι αρχαιότερες γραπτές ιστορίες που ανακαλύφθηκαν ήταν στην Ανατολή και αποτελούνταν από μια συλλογή από σανσκριτικά παραμύθια με πέντε βιβλία, τα «Ινδικά Πανχατάντρα». Δε γνωρίζουμε πότε γράφτηκαν, πιστεύεται όμως ότι έφτασαν στην Ελλάδα την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα βιβλία αυτά τα χρησιμοποιούσαν για να εκπαιδεύσουν τους νεαρούς Ινδούς αριστοκράτες. Υπάρχουν επίσης οι βουδιστικοί θρύλοι «Πατάκα», οι οποίοι έχουν γραφτεί πριν από 2000 χρόνια και οι περσικοί μύθοι «Νεράιδες και Τζίνια», ενώ οι αρχαιότεροι από όλους εμφανίστηκαν στην Αίγυπτο το 1400 π.Χ.

Η παλαιότερη συλλογή παραμυθιών στην Ευρώπη εμφανίστηκε μετά την εποχή της Αναγέννησης στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία το 1550 από τον Στραπαρόλα, όταν δημοσίευσε τα «Νότι Πιατσέβολι». Αποτελούνταν από μια συλλογή που περιελάμβανε αστεία, αινίγματα και ιστορίες. Έναν αιώνα αργότερα ο Τζιαν – Μπατίστα Μπαζίλ έγραψε το «Πενταήμερο», το οποίο θεωρείται και η καλύτερη συλλογή παραμυθιών. Κάποιες από αυτές τις ιστορίες μεταφράστηκαν στα γαλλικά γύρω στο 1560-76 και δημοσιεύτηκαν από τον Κάρολο Περρώ με τίτλο «Ιστορίες των Ξωτικών». Αυτή η συλλογή ήταν η αρχή για την εδραίωση των παραμυθιών στην Ευρώπη. Ο Γάλλος Σεντύβ μελέτησε τα παραμύθια του Περρώ και διατύπωσε την άποψη ότι προέρχονταν από παλιές τελετουργίες. Στη συνέχεια ακολούθησαν τα παραμύθια των αδερφών Γκριμ από την Γερμανία, για τους οποίους γίνεται αναφορά παρακάτω.

Με το πέρασμα των αιώνων, στις αρχικές διηγήσεις των παραμυθιών προστίθενται καινούρια στοιχεία ή τα παλιά διαφοροποιούνται και προσαρμόζονται στις νεότερες εποχές ή στις συνήθειες και στα έθιμα των λαών ή των κοινωνικών ομάδων που οικειοποιούνται ένα παλαιότερο ή ξενόφερτο παραμύθι.

Στο παραμύθι, που είναι το αρχαιότερο είδος της λογοτεχνικής παράδοσης, συναντούμε τόσο τις θετικές όσο και τις αρνητικές όψεις των μυθικών λειτουργιών. Αφηγείται μια φανταστική, υπερφυσική τις περισσότερες φορές, ιστορία που παίρνει αρκετά στοιχεία από το μύθο και τα αντιδιαστέλλει ή προσαρμόζει σε μια φανταστική κοινωνία. Ειδικά για τα μαγικά παραμύθια, πιστεύεται ότι έχουν μετασχηματιστεί από τις παραδόσεις των τελετών της μύησης των πρωτόγονων κοινωνιών, οι οποίες αντανακλούν τα στάδια ενηλικίωσης του ανθρώπου.

Το παραμύθι έχει μια ρομαντική και συγκινησιακή γοητεία, ασχολείται με τις εμπειρίες ενός κάθε φορά ατόμου που διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να μπορεί να ταυτιστεί με τον αναγνώστη. Η μαγεία του παραμυθιού έγκειται στο γεγονός ότι, αν και η πλοκή τους είναι απλή και λιτή, έχουν την ικανότητα να μαγεύουν, αλλά και να διδάσκουν πολλά τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Τα πιο συχνά επαναλαμβανόμενα θέματα είναι αυτά που αναφέρονται στις αναποδιές και τα εμπόδια που μπορεί να τύχουν στον ήρωα ή την ηρωίδα και στο ευτυχισμένο τελικά τέλος που θα έχει αυτός. Τα παραμύθια έχουν πάντα ευτυχισμένο τέλος και δεν είναι ρεαλιστικά. Αντίθετα, συμβαίνουν στο χώρο της Φαντασίας και το Υπερφυσικό είναι το κύριο συστατικό τους.

Ο υπερφυσικός κόσμος που συναντάμε σε αυτά εκφράζει έναν κόσμο πέρα από το φυσικό, τον οποίο ο άνθρωπος δε μπορεί να ελέγξει. Ουσιαστικά, το παραμύθι επιτρέπει στον αναγνώστη να ταυτιστεί με “αρχέτυπες” καταστάσεις και εμπειρίες, όπως η σύγκρουση Καλού και Κακού, η διαφορά θάρρους και δειλίας και η χρησιμοποίηση εξυπνάδας σαν όπλο ενάντια στη δύναμη. Αυτή η ταύτιση και η συμμετοχή βοηθούν στην εξαφάνιση αισθημάτων απομόνωσης και μοναξιάς, στα οποία οι άνθρωποι είναι τόσο ευάλωτοι, κάνοντας τους να αισθάνονται μέρη ενός μεγάλου συνόλου. Το πνεύμα της αισιοδοξίας και της επιτυχίας που προβάλλεται, γνωστοποιεί από την αρχή ότι το Καλό θα νικήσει, οτιδήποτε και αν συμβεί. Όποιες επικίνδυνες και απειλητικές δυνάμεις και αν παρουσιαστούν, υπάρχουν άλλες δυνάμεις που μπορούν να δώσουν βοήθεια, αν τους ζητηθεί. Ο ήρωας ή η ηρωίδα στο τέλος, θα συναντηθούν, θα παντρευτούν ή θα ζήσουν ευτυχισμένοι.

Ένα ερώτημα που προέκυψε κατά την επιστημονική μελέτη του, ήταν το πώς γεννήθηκε το παραμύθι. Γύρω από το θέμα διατυπώθηκαν διάφορες θεωρίες, από τις οποίες όμως καμία δεν έδωσε πλήρεις απαντήσεις και όλες αμφισβητήθηκαν υπό το φως κάποιας νέας επιστημονικής οπτικής. Σύμφωνα με τη θεωρία του Ρώσου Vladimir Propp θα πρέπει, πριν ασχοληθούμε με τον τόπο καταγωγής και τον τρόπο διάδοσης των παραμυθιών, να προσδιορίσουμε τι είναι τα παραμύθια, δηλαδή να ορίσουμε το περιεχόμενό τους. Κύριος στόχος του Propp ήταν μέσα από το έργο του «Μορφολογία του Παραμυθιού» να δώσει μια απάντηση στο θέμα της ομοιότητας μεταξύ των παραμυθιών διάφορων λαών. Έτσι, υποστήριξε ότι η κατάτμηση του παραμυθιού στα συστατικά του μέρη και η μεταγενέστερη επεξεργασία του ήταν ο ορθότερος τρόπος μελέτης του.

Διαβάστε   Οι Ζωές των Άλλων: κλέβοντας ένα βιβλίο του Μπρεχτ...

Το παραμύθι συνήθως αποτελείται από πολλά και διαδοχικά επεισόδια, τα λεγόμενα μοτίβα (το μοτίβο είναι μικρότερη αφηγηματική πρόταση που το συγκρατεί). Διαφέρει από το μύθο, γιατί αυτός είναι μια αλληγορική διήγηση, που έχει στόχο την ηθική διδασκαλία. Διαφέρει και από την παράδοση, καθώς αυτή αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο γεγονός ή πρόσωπο ή τόπο και ο λαός την πιστεύει ως αληθινή. Η υπόθεσή του δε δεσμεύεται από τόπο και χρόνο και τα πρόσωπά του είναι φανταστικά. Στα παραμύθια συναντάμε πλήθος από απίθανα και απίστευτα γεγονότα. Αυτά όμως που για το σημερινό άνθρωπο είναι φανταστικά, για τον πρωτόγονο αποτελούσαν τον αληθινό του κόσμο, όπως αυτός τον έβλεπε ή όπως τον εξηγούσε απλοϊκά. Όλος ο κόσμος του πρωτόγονου ανθρώπου, η θεωρία του για τη γέννηση του κόσμου, ο φόβος του για τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, η πίστη του στη μαγεία, στη δεισιδαιμονία και στις υπερφυσικές ικανότητες των μάγων, η στενή του σχέση με τα ζώα, τα οποία θεωρούσε συντρόφους, τα όνειρα που το μετέφεραν σε άγνωστους τόπους με τρόπο ανεξήγητο, πέρασε μέσα στα παραμύθια.

Οι μύθοι των ζώων, τα μαγικά παραμύθια, οι ευτράπελες διηγήσεις και τα κλιμακωτά παραμύθια, αποτελούν τις μεγάλες κατηγορίες στις οποίες εντάσσεται το σύνολο των τύπων του παραμυθιού. Εδώ χρειάζεται να διακρίνει κανείς μεταξύ λαϊκού και λόγιου παραμυθιού, καθώς οι δύο όροι συγχέονται συστηματικά, εφόσον οι δύο μορφές συνυπήρξαν και αλληλεπέδρασαν στην Ευρώπη από τα μέσα του 14ου έως τις αρχές του 20ου αιώνα. «Αυτό οφείλεται, κατά κύριο λόγο, στη σταδιακή διαφοροποίηση του κοινού που αποδέχεται το παραμύθι. Ενώ το παραμύθι αποτέλεσε αρχικά είδος προφορικής ψυχαγωγίας για τα λαϊκά στρώματα της κοινωνίας, πέρασε στη συνέχεια στους αστικούς κύκλους, όπου επίσημος αποδέκτης του κατέληξε να είναι το παιδικό κοινό».

Οι διαφορές που παρατηρούνται ανάμεσα στο λαϊκό παραμύθι (προϊόν της προφορικής παράδοσης) και στο λόγιο (προϊόν της γραπτής λογοτεχνίας) αφορούν κυρίως την παραγωγή, τη μεταβίβαση και τη λειτουργία του παραμυθιακού λόγου. Κύριοι σταθμοί αυτής της μακραίωνης ανταλλαγής θεωρούνται το «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου, οι «Ευχάριστες Νύχτες» του Straparola, o «Γαργαντούας» του Rabelais, το «Πενταήμερο» του Basile, τα «Παραμύθια του Περρώ» μαζί με τη γενικότερη παραγωγή της αυλής του Λουδoβίκου XIV και η μετάφραση του «Χίλιες και Μία Νύχτες» από τον Galland. Η διαμόρφωση του έντεχνου παραμυθιού ως νέου λογοτεχνικού είδους από τους von Arnim και Brentano, καθώς και η συλλογή των αδελφών Γκριμ, κλείνουν ουσιαστικά τη μετάβαση από το ένα είδος στο άλλο. Έτσι, το παραμύθι πέρασε σιγά-σιγά από το συλλογικό, στο ατομικό επίπεδο και από την αγροτική κοινότητα, στην αστική κοινωνία, ενώ η παραγωγή και η διάδοσή του εξυπηρετούν πλέον και εμπορικούς στόχους.

Σύμφωνα με το ψυχαναλυτικό μοντέλο προσέγγισης, τα παραμύθια μεταφέρουν σημαντικά μηνύματα στο συνειδητό, στο προσυνειδητό και στο ασυνείδητο. Όπως ξετυλίγονται οι ιστορίες, ενσαρκώνουν τις πιέσεις του Εκείνου (Id), επιτρέπουν την αναγνώρισή τους και υποδεικνύουν δρόμους για την ικανοποίηση των πιέσεων που, όμως, ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις του Εγώ (Ego) και του Υπερεγώ (Superego). Το παραμύθι λαμβάνει πολύ σοβαρά τα υπαρξιακά άγχη και διλήμματα του παιδιού και απευθύνεται άμεσα σε αυτά. Συγκεκριμένα, απευθύνεται στην ανάγκη να μας αγαπούν, στην αγάπη για τη Ζωή και στο φόβο του Θανάτου, δίνοντας συγχρόνως λύσεις σε πιεστικές δυσκολίες κατανόησης των παιδιών. Γι’ αυτό τελειώνουν πάντα με τη φράση: “Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα”.

Ως είδος ακολουθεί τρεις γενικές αρχές, προκειμένου να αναφερθεί στο χρόνο, στον τόπο και στα πρόσωπα που αφορούν το περιεχόμενό του:

  • Ο χρόνος είναι αόριστος.
  • Ο τόπος της δράσης είναι επίσης αόριστος
  • Η δράση εκτυλίσσεται σχεδόν εξολοκλήρου μέσα από την ανωνυμία των προσώπων.

Το παραμύθι βασίζεται στην προφορική μεταβίβαση της παράδοσης από γενιά σε γενιά. Σημαντικός λοιπόν είναι ο ρόλος του αφηγητή που ζωντανεύει τον κόσμο του παραμυθιού. Οι παραμυθάδες, στην πλειονότητά τους άνδρες, σύμφωνα με τις ανάγκες και το ταλέντο τους δίνουν μορφή σε ένα αφηγηματικό σχήμα. Έτσι, αυτό που διαθέτουμε δεν είναι το αρχέτυπο ενός παραμυθιού, αλλά πολυάριθμες εκδοχές του. Οι μετασχηματισμοί των παραμυθιών και η δημιουργία συγκεκριμένων αφηγηματικών τύπων οφείλονται στους αφηγητές. Το πολιτισμικό βάρος και η διάδοση ενός παραμυθιού εξαρτάται κάθε φορά από την αφηγηματική δύναμη ενός παραμυθά, αλλά και από τα γούστα, τις προτιμήσεις και τους παιδαγωγικούς ή άλλους στόχους του ακροατηρίου του μέσα σε μια τοπική κοινωνία. Με αυτόν τον τρόπο η διαδικασία της αφήγησης και της διάδοσης ενός παραμυθιού υπόκειται στο συσχετισμό τριών παραγόντων: της προϋπάρχουσας παράδοσης, του εκάστοτε αφηγητή και της κοινότητας των ακροατών του.

Ο μεγαλύτερος και αρχαιότερος παραμυθάς, ο «πατέρας» του αρχαίου μύθου, ο οραματιστής της λεγόμενης «διδακτικής μυθολογίας», είναι ο Αίσωπος, ο οποίος διατύπωνε με σατιρικό ύφος τους συμβολικούς του μύθους. Τα ανθρωπόμορφα σε χαρακτηριστικά προσωπικότητας ζώα του μεγάλωσαν γενιές και γενιές παιδιών στα μήκη και τα πλάτη του κόσμου και τα μικρά αφηγήματά του, διατυπωμένα με λιτή συντομία, διακρίνονται για τον ηθικοδιδακτικό τους ρόλο. Ο μέγας Έλληνας μυθογράφος του 6ου αιώνα π.Χ. ήταν ένας παροιμιωδώς κακάσχημος και στραβοκάνης δούλος που τραύλιζε. Ήταν όμως ένας ιδιαιτέρως οξυδερκής άνθρωπος με οξυμένη κοινωνική ματιά, γι’ αυτό και οι μύθοι του δεν ήταν παρά διδακτικές αλληγορίες για τη ζωή την ίδια και τον ανθρώπινο παράγοντα. Ο αισώπειος μύθος είναι μια σύντομη αφήγηση παραδειγματικού χαρακτήρα που αντλεί στοιχεία από τη λαϊκή σοφία, αλλά και τη φιλοσοφική κριτική.

Επόμενοι παγκόσμια γνωστοί παραμυθάδες είναι οι αδελφοί Γκριμ. Οι Γκριμ ήταν συγγραφείς και συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών, στα οποία ο Βίλχελμ Καρλ Γκριμ έδωσε λογοτεχνική μορφή και τα προσάρμοσε για παιδιά. Ανάμεσα στα γνωστά παραμύθια τους είναι «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι», «Ο Βασιλιάς Βάτραχος», «Κουτσοκαλιγέρης», «Χάνσελ και Γκρέτελ», «Ραπουνζέλ», «Ο γενναίος ραφτάκος», «Η Ωραία Κοιμωμένη», «Σταχτοπούτα», «Ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια», «Αδελφός και Αδελφή» και άλλα.

Διαβάστε   The Post: τα απαγορευμένα μυστικά του Πενταγώνου

Αν όμως σήμερα τα παραμύθια τους παρουσιάζονται από τρυφερά έως και γλυκερά, οι πρωτότυπες γερμανικές εκδοχές τους ήταν ωμές έως και σοκαριστικές. Η κουλτούρα των λαών που κατοικούσαν την κεντρική και βόρεια Ευρώπη τον 18ο αιώνα, δεν ήταν αναίμακτη και ευγενική. Ο σκοταδισμός, η μαγεία, η βία και γενικώς η βαρβαρότητα στα ήθη και έθιμα της εποχής αποτυπώνονταν γλαφυρά στα «Παιδικά και οικογενειακά παραμύθια» που δημοσιεύτηκαν το 1812 και έλαβαν αρνητικότατες κριτικές. Οι δύο παραμυθάδες, κατανοώντας ότι ποτέ δε θα πουλούσαν το έργο τους σε ευπρεπείς, χριστιανικές οικογένειες,  έσπευσαν να «στρογγυλέψουν» τις διηγήσεις τους, «γλυκαίνοντας» τους ήρωές τους, αφαιρώντας τη σεξουαλική ασυδοσία που επικρατούσε συχνά στην πλοκή, περιστέλλοντας δραστικά το στοιχείο της βίας και προσδίδοντας κάποια σταθερά ηθικά χαρακτηριστικά στα πρόσωπά τους.

Άλλος ένας διάσημος γνωστός παραμυθάς και μυθιστοριογράφος είναι ο Άγγλος Τσαρλς Ντίκενς, ένας λογοτεχνικός κολοσσός της εποχής του, στρατευμένος υπέρ των δικαιωμάτων των παιδιών, της εκπαίδευσης και άλλων κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Επινόησε ορισμένους από τους γνωστότερους διεθνώς φανταστικούς χαρακτήρες και θεωρείται από πολλούς ως ο σπουδαιότερος συγγραφέας της Βικτωριανής Εποχής. Δημοφιλή παραμένουν τα παραμύθια του «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία», «Όλιβερ Τουίστ», «Μεγάλες Προσδοκίες» και «Ιστορία Δύο Πόλεων» που εξελίσσεται σε Λονδίνο και Παρίσι.

Παγκόσμια δημοφιλής παραμυθάς είναι επίσης ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Δανός λογοτέχνης και συγγραφέας παραμυθιών. Οι κυριότεροι ήρωες των παραμυθιών του είναι φτωχοί και αδικημένοι άνθρωποι, που όμως έχουν ασυνήθιστα ψυχικά χαρίσματα, ευγένεια, ταλέντο, μεγαλοψυχία. Tα έργα του χαρακτηρίζονται από δράση, χιούμορ και λεπτή σάτιρα. Όλα του τα έργα (διηγήματα, δράματα, αλλά προπάντων παραμύθια) διαπνέονται από γλυκιά μελαγχολία, συγκίνηση και ειλικρίνεια. Μερικά από τα πολύ γνωστά παραμύθια του είναι: «Η μικρή γοργόνα», «Τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα», «Η Βασιλοπούλα και το ρεβίθι», «Η Τοσοδούλα», «Το ασχημόπαπο», «Τα κόκκινα παπούτσια», «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα», «Ο μολυβένιος στρατιώτης», «Χόλγκερ ο Δανός».

 

 

Αν όμως το κείμενο αποτελεί σημαντικό εργαλείο του παραμυθιού, τότε η απεικόνισή του είναι ακόμη σημαντικότερη. Πέρα από τις όποιες εικόνες συνοδεύουν τις σελίδες κάθε παραμυθιού, πέρα από την τεχνοτροπία των διαφόρων καλλιτεχνών, πολλές φορές για το ίδιο κείμενο, εκείνη που περικλείει μεγάλη δυναμική είναι η οπτικοποίηση (μεταφορά) του στον κινηματογράφο. Όλα τα παραμύθια που προαναφέραμε των σημαντικών εκπροσώπων του είδους, δε θα ήταν τόσο ευρέως διαδεδομένα, αν δεν υπήρχε η 7η Τέχνη. Το ένα είδος (παραμύθι) βοηθά το άλλο (κινηματογράφο) σύμφωνα με την αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων. Από τη μία, σημαντική αποτελεί η συνεισφορά του Γουόλτ Ντίσνεϊ, ιδιαίτερα επιτυχημένου παραμυθά και δημιουργού ταινιών κινουμένων σχεδίων. Η εταιρία που ίδρυσε μετέφερε πολλά από τα κλασικά παραμύθια στη μεγάλη οθόνη, βέβαια αρκετά παραλλαγμένα σε σχέση με τις αυθεντικές ιστορίες.

Στην πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Ντίσνεϊ «Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι» (1937), εφαρμόστηκαν νέες τεχνικές όπως το πολυπλάνο, για λήψεις με πολλαπλά επίπεδα βάθους και δαπανήθηκαν κολοσσιαία, για την εποχή, ποσά (1.500.000 δολάρια, περίπου). Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και έφερε στα ταμεία εκείνης της χρονιάς 8.000.000 δολάρια, ποσό που θεωρήθηκε πρωτοφανές. Άλλα παραμύθια που μετέφερε η Ντίσνεϊ στη μεγάλη οθόνη είναι ο «Πινόκιο» (1940), η «Σταχτοπούτα» (1950) και η «Ωραία Κοιμωμένη» (1959).

 

 

Δε θα ήταν υπερβολή, αν λέγαμε ότι οι ιστορίες που έχουμε υπόψη σήμερα από τα παραμύθια είναι η λάιτ εκδοχή της Ντίσνεϊ. Το πιο χαρακτηριστικό, ίσως, παράδειγμα ριζικής παρέμβασης είναι η ιστορία της «Σταχτοπούτας». Στην αυθεντική εκδοχή του παραμυθιού, αυτό που συνέβη ήταν ότι το πνεύμα της νεκρής μητέρας της Σταχτοπούτας τής έστειλε ένα εκθαμβωτικό φόρεμα με δύο λευκά περιστέρια, ενώ ο μοναδικός λόγος που η Σταχτοπούτα έφυγε βιαστική από το παλάτι ήταν, επειδή ήθελε να προλάβει να επιστρέψει στο σπίτι πριν την κακιά μητριά και τις θετές αδερφές της.

Από την άλλη, μέσα από την τέχνη του κινηματογράφου ξεπήδησαν νέου τύπου παραμύθια και νέοι παραμυθάδες. Προσωπικά, θεωρώ ως πρώτο αυτού του νέου είδους που κυοφόρησε η 7η Τέχνη τον Τσαρλς Σπένσερ «Τσάρλι» Τσάπλιν, γνωστό με το προσωνύμιο «Σαρλό», Άγγλο ηθοποιό, σκηνοθέτη, σεναριογράφο και συνθέτη, του οποίου η φήμη ανήλθε κατά τη διάρκεια της εποχής του βωβού κινηματογράφου. Οι ταινίες του γαλούχησαν γενεές και γενεές, κάθε ηλικίας, κάθε χώρας. Mπορεί να μην υπάρχει το φανταστικό ή υπερφυσικό, αλλά όπως τα παραμύθια, είναι λαϊκές ιστορίες που ενσωματώνουν το έθος, αποτελούν μια επινόηση, μια φαντασιακή αφήγηση, εισάγοντας το στερεότυπο χαρακτήρα του «Σαρλό». Όπως τα παραμύθια επίσης, έχουν μια ρομαντική και συγκινησιακή γοητεία, ασχολούνται με τις εμπειρίες ενός ατόμου (του «Σαρλό») που διαθέτει τέτοια χαρακτηριστικά, ώστε να ταυτίζεται με το θεατή. Η μαγεία τους έγκειται στο γεγονός ότι, αν και η πλοκή τους είναι απλή και λιτή, έχουν την ικανότητα να μαγεύουν, αλλά και να διδάσκουν πολλά τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά. Αναφέρονται στις αναποδιές και τα εμπόδια που τυχαίνουν στον ήρωα ή την ηρωίδα και έχουν πάντα ευτυχισμένο τέλος.

Ο Τσάπλιν μεγαλούργησε στις πρώτες δεκαετίες του Χόλιγουντ. Είναι χρονικά η πρώτη παγκόσμια αναγνωρίσιμη φιγούρα της κινηματογραφικής τέχνης, κυρίως μέσω του χαρακτήρα «Σαρλό» που ενσάρκωνε στις πρώτες ταινίες του. Όλες οι ταινίες του μοιάζουν με παραμύθια. Η παγκόσμια καταξίωση ήρθε μέσα από τις μεγάλου μήκους ταινίες του «Μοντέρνοι Καιροί», «Ο Μεγάλος Δικτάτωρ», «Τα φώτα της πόλης», «Ο κύριος Βερντού», «Τα Φώτα της ράμπας» που τον κατέταξαν ανάμεσα στους σημαντικότερους δημιουργούς του κινηματογράφου. Το 1972 παρέλαβε το ειδικό Τιμητικό Όσκαρ για τη συνεισφορά του στην έβδομη τέχνη, κερδίζοντας το μεγαλύτερο σε διάρκεια χειροκρότημα της ιστορίας των βραβείων. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου τον έχει κατατάξει δέκατο στη λίστα με τους 25 μεγαλύτερους σταρ όλων των εποχών.

Διαβάστε   Φοβού τους ταξιτζήδες και την Φράνσις ΜακΝτόρμαντ...

 

 

Ένας άλλος γνωστός κινηματογραφιστής παραμυθάς είναι ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, Αμερικανός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός ταινιών. Ξεκίνησε την καριέρα του τη δεκαετία του 1970 και γρήγορα καθιερώθηκε ως ένας από τους εμπορικότερους και δημοφιλείς σκηνοθέτες του κινηματογράφου, καλύπτοντας πολλά και διαφορετικά θέματα και είδη. Οι πρώτες του ταινίες επιστημονικής φαντασίας και δράσης θεωρήθηκαν ως αρχέτυπα του σύγχρονου κινηματογράφου, ενώ στα χρόνια που ακολούθησαν οι ταινίες του ασχολήθηκαν και με ανθρωπιστικά θέματα, όπως το Ολοκαύτωμα, το δουλεμπόριο, ο πόλεμος και η τρομοκρατία. Εκείνες όμως που τον καθιερώνουν στη μνήμη μας ως παραμυθά είναι «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» (για μεγάλα παιδιά), «Οι Κυνηγοί της Χαμένης Κιβωτού» (και όλες οι συνέχειες του Ιντιάνα Τζόουνς), «Ε.Τ. ο Εξωγήινος», «Κάπτεν Χουκ», «Jurassic Park» (και όλες οι συνέχειες του), «Οι Περιπέτειες του Τεν Τεν: Το Μυστικό του Μονόκερου».

 

 

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τιμ Μπάρτον είναι ο νεότερος παραμυθάς της 7ης Τέχνης. Από τα πρώιμα στάδια της καριέρας του φάνηκε ότι ειδικεύεται στις σκοτεινές και ιδιόμορφες ταινίες, όπως «Ο Σκαθαροζούμης», «Ο Ψαλιδοχέρης» και «Ο Εφιάλτης των Χριστουγέννων». Ακόμη και όταν ασχολήθηκε με κινηματογραφικές υπερπαραγωγές, όπως «Μπάτμαν», «Ο Μπάτμαν Επιστρέφει», «Ο Μύθος του Ακέφαλου Καβαλάρη», «Ο Πλανήτης των Πιθήκων», «Η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων», «Dark Shadows», «Frankenweenie» και «Μις Πέρεγκριν: Στέγη για Ασυνήθιστα Παιδιά» δεν έπαψε να διατηρεί αυτή τη σκοτεινή οπτική του. Οι ταινίες του δημιουργούν ονειρικούς κόσμους, σκοτεινά παραμύθια, γεμάτα συμβολισμούς και αλληγορίες, που κρύβουν τις βαθύτερες αλήθειες της ζωής. Τα πλάσματά του, που οι ηθοποιοί τρελαίνονται να ερμηνεύουν, είναι αλλόκοτα, γκροτέσκ, θεατρικές φιγούρες, με έναν απόηχο ανθρωπιάς. Στις ταινίες-παραμύθια του όλα μοιάζουν σαν ένα όνειρο, η πραγματικότητα αναμειγνύεται με τη φαντασία, η εικαστική αντίληψη του δημιουργού είναι διάχυτη παντού και ο χωροχρόνος μοιάζει να καμπυλώνεται.

 

 

Τα παραμύθια πάντοτε είχαν διδακτικό χαρακτήρα και κατά πολλούς τρόπους αποτελούσαν μορφή ψυχανάλυσης. Η ανάμνηση του αγαπημένου παραμυθιού αποτελεί το συνεκτικό κρίκο με την παιδική ηλικία και την επιθυμία της επιστροφής στην ασφάλεια και στην ξέγνοιασα της. Τα παιδιά ταυτίζονται με τους ήρωες και μαθαίνουν να διαχειρίζονται με συμβολικό τρόπο, μέσα από υιοθέτηση ρόλων και από απόσταση, τα δικά τους πάθη, τις αγωνίες, τους φόβους και τις ανασφάλειες.

Δυστυχώς, σήμερα οι κλασικοί ήρωες αντικαταστάθηκαν σταδιακά από βίαιους χαρακτήρες σε κόμικς και οι πριγκίπισσες μεταμορφώθηκαν σε καταναλωτικές νευρωτικές φιγούρες, δημιουργώντας στα παιδιά άγχος και ένταση. Το ευτυχισμένο τέλος των παραμυθιών, η κάθαρση, έδωσε τη θέση του στο κενό του σύγχρονου κόσμου, ενώ η έλλειψη οικολογικής συνείδησης και η   αποκοπή από το φυσικό κόσμο αντικατοπτρίζεται στην έλλειψη αναφορών σε πλάσματα της γης, της θάλασσας και του αέρα που παλαιότερα συνόδευαν με καταλυτικούς ρόλους τους κεντρικούς ήρωες στις περιπέτειές τους. Στα παραμύθια μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η πορεία του ανθρώπινου είδους ταυτίζεται με το δρόμο του παιδιού προς την ενηλικίωση.

Το παραμύθι, είτε ως σύντροφος του παιδιού πριν τον ύπνο, παράλληλα με τα νανουρίσματα, είτε ως οικογενειακό μυθιστόρημα, συνέδεε πάντοτε τα μέλη της οικογένειας μεταξύ τους και κυρίως τον παππού και τη γιαγιά με τα εγγόνια, εγκαθιδρύοντας δεσμούς ακλόνητους στο χρόνο και εξισορροπώντας τις διαγενεακές αντιθέσεις. Τα παραμύθια ανέκαθεν συνέδεαν τη νέα γενιά με την παράδοση, με τα λαογραφικά και ιστορικά στοιχεία περασμένων εποχών και κοινωνιών που έχουν παρέλθει. Με την αλληγορία τους μεταλαμπάδευαν τις αγωνίες και τους πόθους των ανθρώπων, διασφαλίζοντας τη συνέχεια του πολιτισμού.

Η εξιστόρηση, η αναπαλαίωση της πλοκής, η στιχομυθία, η ποιητικότητα, συνιστώσες που δημιούργησαν πολλές μορφές τέχνης και διατηρήθηκαν αλώβητες στα παραμύθια, έχουν αντικατασταθεί από την άχρωμη παράθεση δεδομένων και τον περιληπτικό λόγο. Τα κυρίαρχα ψηφιακά μέσα της εποχής μας, η τηλεόραση και τα Μ.Μ.Ε. καταπνίγουν την παιδική αγνότητα. Αποκαλύπτουν τα ανούσια και συγκαλύπτουν τα ουσιαστικά, αδιαφορώντας για την ψυχοσύνθεση και την ηλικία του τηλεθεατή-χρήστη-αναγνώστη-ακροατή. Μοναδικό καταφύγιο, ίσως και εξαίρεση, αποτελεί ο κινηματογράφος με τη μαγεία που εκπέμπει. Μαγεία που αποτελεί το κύριο συστατικό της σύστασης του παραμυθιού. Η άνθηση των ψηφιακών ειδικών εφέ (digital special effects) έδωσε στους κινηματογραφιστές τη δυνατότητα της δημιουργίας ιδιαίτερα τολμηρών και συγχρόνως σαγηνευτικών αναπαραστάσεων του πραγματικού κόσμου, αυξάνοντας τη γοητεία του κοινού για τους τεχνολογικά φανταστικούς κόσμους και τις κοινωνίες που απεικονίζονται. Άλλες φορές με ηθοποιούς και άλλες με animation, βοηθούμενη συχνά από ψηφιακές CGI (Computer Generated Images) τεχνικές, 3D φορμά, Blue screen, Green screen, με διαδικασίες matte work ή composite work ή πλήθους ψηφιακών προγραμμάτων, επιτυγχάνεται το μέγιστο της μαγείας, αποδεικνύοντας έμπρακτα ότι το παραμύθι και ο κινηματογράφος βασίζονται στην αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων.

 

 

 

* Ο Γιάννης Τοτονίδης από μικρός αρέσκονταν στις εκρήξεις. Για να γλιτώσουν οι γονείς του την ανατίναξη του σπιτιού τους, τον έπεισαν να σπουδάσει Χημικός (απόφοιτος του Α.Π.Θ.). Η “εκρηκτικότητα” του ψυχισμού του τον ώθησε να ασχοληθεί με την 7η Τέχνη. Έγινε μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ), μέλος της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Σκηνοθετών (F.E.R.A.), μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (Π.Ε.Κ.Κ.) και μέλος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI). Πρόσφατα έγινε και μέλος της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Στο παρελθόν υπήρξε Μουσικός Παραγωγός και Επιμελητής Κινηματογραφικών Εκπομπών, καθώς επίσης και Τηλεοπτικός Παρουσιαστής Κινηματογραφικών Εκπομπών. Τελευταία πειραματίζεται με τη μαγειρική και προκαλεί μόνο γαστρονομικές εκρήξεις.